top of page

Μαρία Ιωάννου Φίλη 💕


ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΥΠΡΟΣ ΜΟΥ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΜΟΥ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΓΗ ΜΟΥ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!


Καλό μήνα σε όλους, με υγεία, αγάπη και δύναμη.

Κι ας είναι η πρώτη μέρα του μήνα μια μικρή υπενθύμιση πως όσο περνούν τα χρόνια, υπάρχουν όνειρα που δεν πρέπει ποτέ να πάψουμε να ονειρευόμαστε.


Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους μια πατρίδα.

Μια αυλή.

Ένα σπίτι.

Μια γειτονιά.

Ένα σχολείο.

Ένα χωράφι γεμάτο πασχαλιές.

Και έναν ήχο από καμπάνες που περιμένουν ακόμη να ξανακουστούν.

Γιατί η προσφυγιά δεν είναι μόνο ένας τόπος που αφήνεις πίσω.

Είναι ένα κομμάτι της ζωής σου που μένει εκεί και σε περιμένει.

Κι ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που ακούμε μια καμπάνα, κάπου βαθιά μέσα μας γεννιέται η ίδια ευχή .

Κι αν ξαναχτυπήσουν οι καμπάνες ;


ΚΙ ΑΝ ΞΑΝΑΧΤΥΠΗΣΟΥΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ.


Άνοιξη.

Κι εγώ ένα κορίτσι

με μπλε ποδιά και άσπρο γιακά,

μέσα σ’ ένα λεωφορείο γεμάτο φωνές,

τραγούδια και γέλια.

Τσιριχτά γέλια,

εκείνα τα ξέγνοιαστα γέλια

που δεν γνωρίζουν ακόμη

πως υπάρχουν πατρίδες

που χάνονται

και παιδικά χρόνια

που δεν ξαναγυρίζουν.

Το λεωφορείο προχωρούσε

κι έξω απ’ τα παράθυρα

άνοιγαν οι κάμποι.

Και οι πασχαλιές.

Μωβ, αμέτρητες,

σαν να είχε φορέσει η άνοιξη

τα πιο όμορφα στολίδια της

για να μας αποχαιρετήσει

χωρίς εμείς να το ξέρουμε.

Πού να ήξερα τότε

πως εκείνη η διαδρομή

θα γινόταν κάποτε

η διαδρομή της ζωής μου;

Πού να ήξερα

πως θα ερχόταν μια μέρα

που θα λαχταρούσα

να πατήσω ξανά εκείνο το χώμα

και δεν θα μπορούσα;

Πως θα μεγάλωνα

με μια πατρίδα μέσα μου

που θα μου την έδειχναν

μόνο τα όνειρα;

Τώρα θέλω να γυρίσω.

Όχι για λίγο.

Όχι σαν επισκέπτρια.

Θέλω να γυρίσω

όπως γυρίζει ένα παιδί

στην αγκαλιά της μάνας του.

Να κατέβω απ’ το λεωφορείο

και να πατήσω ξυπόλυτη τη γη.

Να γονατίσω

και να τη φιλήσω.

Να της πω:

Με θυμάσαι;

Εγώ είμαι

το κορίτσι που νόμιζε ότι θα έφευγε για μια βραδιά,

χωρίς να ξέρει πως έφευγε για πάντα.

Κι ύστερα

να σηκωθώ.

Να σταθώ στη μέση του κάμπου

με τα χέρια ανοιχτά

και το πρόσωπο στον ουρανό.

Να με πάρει ο αέρας.

Να μου ανακατέψει τα μαλλιά,

τα χρόνια,

τις μνήμες,

όλα όσα κράτησα μέσα μου

τόσο καιρό.

Να αναπνεύσω βαθιά.

Τόσο βαθιά

που να χωρέσει μέσα μου

ολόκληρη η πατρίδα.

Και τότε να τρέξω.

Να τρέξω σαν εκείνο το κορίτσι

που δεν φοβόταν τίποτα.

Να τρέξω ανάμεσα στις πασχαλιές

και να γελάσω ξανά.

Κι όταν τα πόδια μου λυγίσουν,

να πέσω μέσα στο μωβ τους.

Να ξαπλώσω στη γη

και να κλάψω.

Για τα χρόνια που μας έκλεψαν.

Για τα σπίτια που έμειναν πίσω.

Για εκείνους που έφυγαν

χωρίς να προλάβουν να γυρίσουν.

Για τις αυλές

που γέμισαν σιωπή.

Για τα παιδικά μας χρόνια

που έμειναν εκεί,

περιμένοντάς μας.

Και τότε,

μέσα από τα δάκρυά μου,

θα ακούσω τις καμπάνες.

Τις καμπάνες του Αποστόλου Ανδρέα.

Μία…

Δύο…

Και ύστερα όλες μαζί.

Όχι σαν ανάμνηση.

Όχι σαν όνειρο.

Μα αληθινές.

Χαρμόσυνες.

Ελεύθερες.

Και τότε θα σηκωθώ.

Θα γεμίσω τα χέρια μου πασχαλιές

και θα τρέξω προς τον ήχο.

Θα τρέξω κλαίγοντας

και γελώντας μαζί.

Και θα φωνάξω:

Δεν είμαι μόνη!

Δεν είμαι πρόσφυγας πια!

Γύρισα!

Κι οι καμπάνες

θα χτυπούν τόσο δυνατά

που θα τις ακούσουν

όλοι όσοι έφυγαν

χωρίς να προλάβουν να γυρίσουν.

Θα τις ακούσουν

οι πατεράδες μας,

οι μανάδες μας,

τα παιδιά που μεγάλωσαν μακριά,

οι ψυχές που έμειναν

θαμμένες στη μνήμη.

Οι Αθάνατοι Ήρωές μας.

Οι Αγνοούμενοί μας.

Και τότε

θα καταλάβω πως η πατρίδα

δεν πέθανε ποτέ.

Ήταν μέσα μου.

Όλα αυτά τα χρόνια.

Σαν μια πασχαλιά

που άνθιζε κρυφά

μέσα στην καρδιά μου.

Και θα σταθώ πάλι

στη μέση του κάμπου,

με τα χέρια ανοιχτά

και το βλέμμα ψηλά.

Και θα πω μόνο:

Άργησα…

μα γύρισα.

Και τότε,

για πρώτη φορά μετά από μια ολόκληρη ζωή,

θα μπορώ να γελάσω

χωρίς να φοβάμαι

πως το γέλιο μου

θα γίνει πάλι ανάμνηση.


ΓΥΡΙΣΑ.

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΜΟΥ.

ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ.

ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΓΗ ΜΟΥ.

ΚΥΠΡΟΣ ΜΟΥ.


Καλό μήνα.

με την ευχή οι καμπάνες να χτυπήσουν ξανά.

Και αυτή τη φορά,

να είναι καμπάνες επιστροφής.


Μαρία Ιωάννου-Φίλη


1-9-2026

Comments


bottom of page