top of page

Κεφάλαιο ΙΙ: Η Πορεία προς το Λευκό

Το χλωμό φως του πρωινού γλιστρούσε λοξά πάνω στις πέτρες της αυλής δίχως να τις ζεσταίνει, λες και ανάβλυζε από τον πάτο παγωμένου πηγαδιού. Πενήντα άντρες σχημάτιζαν δύο γραμμές, με κράνη κάτω από τις μασχάλες και ανάσες λευκές όμοιες με εκείνες που αφήνουν οι σβησμένες φωτιές πριν παραδοθούν στην παγωνιά. Πίσω τους, δώδεκα ξύλινα έλκηθρα χαράκωναν το χιόνι, φορτωμένα με Στιλλβινές κουβέρτες, σκουριασμένες αξίνες, χοντρά σχοινιά, δοχεία με λάδι που έπηζε και δέκα σακιά κριθάρι. Στο πρώτο έλκηθρο, τέσσερα κοκαλιάρικα άλογα έστεκαν με τα κεφάλια χαμηλωμένα.

Τα σακιά ήταν τα τελευταία των Ντάρατσο. Ο Ουγκολίνο είχε διατάξει να φορτωθούν την προηγούμενη νύχτα, ενώ ο Ταντέο παρατηρούσε κρυμμένος στη σκιά μιας πέτρινης αψίδας. Ο γέρος ιερέας του κάστρου είχε πέσει γονυπετής στις λάσπες μπροστά στον άρχοντα μιλώντας για τα παιδιά, για τις γριές και τις διδαχές των Κεετηχητών να μη στερούνται το ψωμί οι αδύναμοι. Ο Ουγκολίνο τον είχε ακούσει μέχρι το τέλος, με υπομονή που ξέφευγε από τη συνηθισμένη του. Μετά, με φωνή απαλή, είχε πει : «Πάτερ, αν γυρίσω με αυτό που ψάχνω, θα έχετε όλοι ψωμί. Αν όχι, δεν θα έχει σημασία πόσο κριθάρι έμεινε στο κάστρο.» Ο Κεετηχητής δεν είχε απαντήσει. Είχε κάνει το σημείο των Ένδεκα στον αέρα, με το χέρι να τρέμει, και έφυγε.

Τώρα, στην πύλη, γυναίκες και παιδιά είχαν μαζευτεί για να δουν τον στρατό να φεύγει. Δεν φώναζαν, ούτε έκλαιγαν. Στέκονταν ακίνητοι, τυλιγμένοι σε κουρέλια, με μάτια μεγάλα και βαθουλωμένα που κοιτούσαν τα σακιά. Μια νέα γυναίκα κρατούσε ένα ξύλινο μπολ, άδειο, με το βλέμμα στραμμένο στη γη. Ο Ταντέο την είδε και θυμήθηκε το ξεθωριασμένο ταπισερί στην αίθουσα των συμβουλίων, κι εκείνα τα χέρια της γυναίκας που έμοιαζαν να ικετεύουν. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε πως συμφωνούσε με την ξεθωριασμένη αναπαράσταση περισσότερο από ότι με τον άρχοντα. Δεν θα άλλαζε τίποτα, μα η σιωπή ήταν το μόνο όπλο που είχε μάθει να χειρίζεται καλά.

Στην κεφαλή της φάλαγγας, ο Γκουλιέλμο Μαρτέλλι διόρθωσε τη ζώνη του. Το παχύ, λευκό του μουστάκι είχε πιάσει μια κρούστα από κρυστάλλους στις άκρες, και κάθε του βήμα άφηνε ένα βαθύ, βαρύ αποτύπωμα στο χιόνι —το βάδισμα ενός Ανθρώσκου που είχε μάθει να λυγίζει το σίδερο πριν λυγίσει το γόνατο. Τριάντα χρόνια είχε φάει το ψωμί του γέρο-Γιανφράνκο. Είχε νιώσει το βάρος του Λοτάριο στην αγκαλιά του όταν ο μικρός δεν ήταν παρά μια χούφτα σάρκας. Και όταν οι ψίθυροι για το «ατύχημα στο κυνήγι» άρχισαν να σέρνονται στους διαδρόμους του Πετρόστομου, ο Γκουλιέλμο είχε απλώς σφίξει τη λαβή του σπαθιού του και είχε γυρίσει την πλάτη. Το όνομα των Ντάρατσο ήταν χαραγμένο στον ίδιο τον γρανίτη του κάστρου· οι άρχοντες ήταν απλώς η λάσπη που έφερνε η βροχή πάνω του και μετά στέγνωνε. Μόνο μια σκέψη έκανε το χέρι του να παγώνει πάνω στη λαβή: η εικόνα ενός σώματος παρατημένου σε ένα ανώνυμο χαντάκι, χωρίς μια πέτρα να γράφει το όνομά του. Και το βλέμμα του γλίστρησε λίγο πιο πίσω, εκεί όπου οι ώμοι του Νικολό ξεχώριζαν από το πλήθος.

Ο Νικολό, ο δεκαεφτάχρονος γιος του λοχαγού Γκουλιέλμο, είχε στρατευτεί για το φαγητό. Δεν το έκρυβε, κι αυτή η ειλικρίνεια είχε κάνει τους μεγαλύτερους να τον συμπαθούν. Ήταν ένα ψηλό, ξανθό παιδί με αυτιά που στέκονταν αλλιώτικα από το κεφάλι, και χαμογελούσε εύκολα, κάτι σπάνιο εκείνον τον Στίλλβο. Στον γέρο του έδινε ένα χαμόγελο που μισούσε και λάτρευε μαζί, γιατί ήξερε ότι εκείνος είχε έρθει στην εκστρατεία μόνο για να τον προσέχει.

Πιο δίπλα, ο τροβαδούρος Φιορέντσο έμοιαζε με ξένο σώμα μέσα στα σίδερα. Το δέρμα του κρεμόταν σε βαθιές πτυχές γύρω από τα μάγουλά του, σαν ρούχο που είχε φορεθεί από μεγαλύτερο άντρα. Στους ώμους του, προστατευμένο από αλλεπάλληλα στρώματα λαδωμένου δέρματος, κρεμόταν το λαούτο του. Το κρατούσε σαν να ήταν το τελευταίο στεγανό ενάντια στο θάνατο.

Η Βιολάντε βρισκόταν στο πίσω μέρος της φάλαγγας, δίπλα στο τελευταίο έλκηθρο. Οι στρατιώτες την κοιτούσαν με ανάμεικτα συναισθήματα αποστροφής και ανάγκης. Όποιος περνούσε κοντά της σχημάτιζε με το χέρι διακριτικά το σημείο των Ένδεκα στο στήθος μές ααπό τον μανδύα, ενώ εκείνη προσποιούνταν ότι δεν το έβλεπε.

Οι πρώτες τρεις μέρες στην Τάιγκα μετρήθηκαν με την ίδια αργή, βασανιστική τροχιά. ένας χλωμός ήλιος γλιστρούσε για λίγες ώρες πάνω από τις κορυφές των δέντρων κι έπειτα βύθιζε το δάσος ξανά στο γκρίζο σκοτάδι. Τα έλκηθρα δεν γλιστρούσαν πια· κολλούσαν στο παχύ χιόνι, αναγκάζοντας τα τέσσερα άλογα να τεντώνουν τα σκελετωμένα πλευρά τους μέχρι που οι οπλές τους έτρεμαν. Σε κάθε αλλαγή Σημάδας, οκτώ άντρες έβαζαν τους ώμους τους στα ξύλινα δοκάρια, φτύνοντας αίμα από τα σκασμένα χείλη τους για να κερδίσουν λίγες σπιθαμές εδάφους. Η ανάσα έβγαινε λευκή και κολλούσε τις βλεφαρίδες μεταξύ τους σε κάθε ανοιγοκλείσιμο. Κάθε εισπνοή έμοιαζε με κατάποση γυαλιού, κι όταν το πρώτο φως της αυγής χτυπούσε τα αντίσκηνα, οι άντρες έμεναν για ώρα ακίνητοι, σφίγγοντας τα δόντια, περιμένοντας να υπακούσουν τα ξυλιασμένα τους γόνατα.

Μπροστά από όλους, ο Ταντέο βάδιζε με το κεφάλι χωμένο ανάμεσα στους ώμους, κρατώντας το μοναδικό του μάτι ορθάνοιχτο, να σαρώνει ασταμάτητα το λευκό πέπλο. Το χιόνι μπροστά του δεν ήταν απλώς έδαφος· ήταν ένας χάρτης γεμάτος θανάσιμες παγίδες.

Όταν το βλέμμα του εντόπιζε τις λεπτές, σχεδόν αόρατες αυλακιές στις κορυφές των γυμνών κλαδιών, έστρεφε αμέσως το σώμα του, ξέροντας πως ο επερχόμενος άνεμος θα χτυπούσε από τα δεξιά. Εκεί που το χιόνι σχημάτιζε μια ανεπαίσθητη, αφύσικη καμπύλη, σταματούσε τη φάλαγγα με ένα σήκωμα του χεριού· κάτω από αυτή την ομαλότητα κρυβόταν ένα ρήγμα έτοιμο να καταπιεί έναν Άνθρωσκο. Και όταν διέκρινε εκείνον τον αμυδρό, γκρίζο λεκέ πάνω στην κρούστα του πάγου, άλλαζε πορεία κατά δέκα βήματα· ήξερε πως από κάτω κελαρύμβανε ακόμα νερό, ικανό να σπάσει σαν γυαλί με το βάρος μιας μπότας.

Στα νύχια ενός τέτοιου γκρεμού είχε χρειαστεί να πέσει με τα γόνατα δύο φορές, σφίγγοντας τα σχοινιά μέχρι που οι παλάμες του έβγαλαν αίμα, για να τραβήξει δύο στρατιώτες που έτρεμαν σαν τα ψάρια έξω από το νερό. Κανείς τους δεν του μίλησε όταν βγήκαν στην επιφάνεια. Όμως, από το επόμενο κιόλας πρωί, οι πενήντα άντρες πίσω του δεν κοιτούσαν πια μπροστά· κοιτούσαν χαμηλά, τοποθετώντας τις μπότες τους ακριβώς μέσα στα δικά του βαθιά, σωτήρια αποτυπώματα.

Ο Ουγκολίνο βάδιζε βυθίζοντας τις μπότες του στο ίδιο ύψος με τους στρατιώτες του, ακριβώς στο κέντρο της φάλαγγας, αφήνοντας το άλογο που του είχαν ετοιμάσει να σέρνεται άδειο στην ουρά. Κάθε φορά που το σώμα του παραπατούσε από την κούραση, φρόντιζε να το κάνει μπροστά στα μάτια των ανδρών· ο Ταντέο παρατηρούσε τις κλεφτές ματιές των στρατιωτών, τον τρόπο που έσφιγγαν τα δόντια βλέποντας το γούνινο πανωφόρι του άρχοντα να λερώνεται από τη λάσπη, βρίσκοντας μια βίαιη παρηγοριά στην κοινή μοίρα.

Όμως τη δεύτερη νύχτα, καθώς ο Ταντέο επέστρεφε από την περίπολο στα σκοτεινά όρια του καταυλισμού, μια κίνηση πίσω από το τελευταίο έλκηθρο τον έκανε να σταματήσει. Ο Ουγκολίνο καθόταν στο χιόνι, με την πλάτη γυρισμένη στις λιγοστές σπίθες της μοναδικής φωτιάς, απομονωμένος στο σκοτάδι. Το σαγόνι του κινούνταν ρυθμικά, μασώντας κάτι με προσπάθεια. Μόλις το χιόνι έτριξε κάτω από την μπότα του Ταντέο, το χέρι του άρχοντα έκλεισε ακαριαία σε γροθιά, κρύβοντας μια σκούρα, ινώδη λωρίδα –ένα κομμάτι αποξηραμένο κρέας, από εκείνα που ο άρχοντας έλεγε πως σώθηκαν από τις αποθήκες του Πετρόστομου προ δεκαημέρων.

Ο Ταντέο δεν χαμήλωσε το βλέμμα στη σφιγμένη γροθιά. Έγνεψε με το κεφάλι μια ψυχρή, τυπική υπόκλιση προς τη σκιά, και συνέχισε το βήμα του προς τη δική του θέση. Πίσω του, ένιωσε τα μάτια του Ουγκολίνο να καρφώνονται στην πλάτη του, ακίνητα, γεμάτα με μια βουβή απειλή. Από εκείνη τη στιγμή, ο Ταντέο έβλεπε τον άρχοντα διαφορετικά. Σαν έναν ηθοποιό που καμώνονταν πως νοιάζεται για τους υπηκόους του, κρυφά όμως τον ένοιαζε μόνο το τομάρι του.

Την τρίτη βραδιά, ο άνεμος σάρωνε τις κόκκινες θράκες, κάνοντάς τες να τρίζουν. Μια σκιά κάθισε βαριά στο ξύλο, ακριβώς δίπλα στον Ταντέο.

«Λένε ότι είναι αθάνατο», ακούστηκε η φωνή του Ουγκολίνο, άχρωμη, στραμμένη προς τα κόκκινα κάρβουνα. «Το σκουλήκι».

Ο Ταντέο δεν γύρισε το κεφάλι. Έριξε ένα ξερό κλαδί στις σπίθες. «Λένε».

«Πες μου τι είδες τότε».

Ο Ιχνευτής κράτησε το γερό του μάτι καρφωμένο στη φλόγα, αφήνοντας τη σιωπή να τρανέψει ανάμεσά τους. «Κάποιοι λένε πως οι πληγές του κλείνουν μόλις αγγίξει το αλάτι της λίμνης. Πως ούτε χρόνος ούτε ατσάλι το αγγίζουν. Κανείς από όσους το είδαν δεν ζει σήμερα».

«Αθάνατο». Ο Ουγκολίνο άρχισε να στρίβει τα βαριά χρυσά δαχτυλίδια στα δάχτυλά του, πιέζοντάς τα μέσα από το χοντρό δέρμα των γαντιών του. «Καταλαβαίνεις τι κουβαλάει μια τέτοια σάρκα, Βελκόνε; Ένα πλάσμα που δεν πεθαίνει, δεν χρειάζεται να χαράξει το όνομά του σε καμία πέτρα. Δεν χρειάζεται γιούς για να κρατήσουν το σπαθί του, ούτε μοιρολόγια πάνω από το χώμα. Απλά…. υφίσταται». Τα μάτια του άρχοντα γυάλισαν καθώς η φωτιά δυνάμωσε. «Ο πατέρας μου χτυπούσε τη γροθιά του στους τοίχους του κάστρου και καυχόταν πως οι Ντάρατσο είναι φτιαγμένοι από την ίδια στόφα -σκληροί και αιώνιοι. Ήταν βλάκας. Οι τοίχοι μένουν εκεί και κοιτάζουν τη λάσπη να τους καταβροχθίζει αργά, δίχως να νοιάζονται για το ποιος φορά το στέμμα».

Ο Ταντέο συγκράτησε τις λέξεις του. Θα μπορούσε να του μιλήσει για το βάρος των πλασμάτων που δεν ξέρουν πώς να πεθάνουν, για την παγίδα μιας ύπαρξης που δεν βρίσκει ποτέ τέλος, για τον τρόμο που κρύβει η έλλειψη του θανάτου. Όμως, κοιτάζοντας το πρόσωπο του Ουγκολίνο, φωτισμένο από τις φλόγες με εκείνες τις έντονες, κόκκινες σκιές που κάνουν ακόμη και τους γέρους να μοιάζουν με παιδιά που τρομάζουν στο σκοτάδι, κατάλαβε. Ο άρχοντας δεν αναζητούσε αλήθειες· αποζητούσε ένα καθρέφτισμα της δικής του δίψας.

Την πέμπτη μέρα, ο ορίζοντας εξαφανίστηκε. Ένα λευκό τείχος φάνηκε στον βορρά, καταπίνοντας τα δέντρα μέσα σε λίγες ανάσες, και ξαφνικά η πλάτη του μπροστινού άντρα έγινε ένας θολός, γκρίζος ίσκιος που χανόταν στην χιονοθύελλα. Οι στρατιώτες τύλιξαν τα σχοινιά γύρω από τις μέσες τους, δεμένοι σαν κατάδικοι στην ίδια αλυσίδα. Τα αντίσκηνα που προσπαθούσαν να στήσουν τεντώνονταν μέχρι που οι πάσσαλοι ξεριζώνονταν από το παγωμένο χώμα με έναν ξερό ήχο, πριν χαθούν στον άνεμο. Όταν το σκοτάδι πήρε τη θέση της θύελλας, οι άντρες έμειναν να σκάβουν με τα χέρια το χιόνι· γύρω τους, κάθε κλαδί, κάθε κορμός, ήταν καλυμμένος με μια κρούστα πάγου που απέκρουε τις σπίθες.

Ο Νικολό βρισκόταν ξαπλωμένος στο βάθος μιας σκηνής, με τις μπότες βγαλμένες. Τα δάχτυλα των ποδιών του είχαν το χρώμα του κεριού, με κηλίδες βαθιού, πορφυρού αίματος που είχε παγώσει κάτω από το δέρμα. Ο λοχαγός Μαρτέλλι στεκόταν από πάνω του· οι πλατεις ώμοι του, που έκαναν έκαναν άλλοτε το κορμί του να μοιάζει με βράχο, ήταν τώρα κυρτοί, και τα χέρια του έτρεμαν καθώς άγγιζαν το γόνατο του υιου του. Το βλέμμα που έριξε στον Ταντέο δεν είχε πια τη σκληρότητα του στρατιώτη· ήταν τα μάτια ενός Ανθρώσκου έτοιμου να συρθεί στο χώμα και να ικετεύσει οποιονδήποτε προκειμένου να ζήσει το παιδί του.

Στην άλλη άκρη του μικρού στρατοπέδου, η Βιολάντε βρίσκονταν γονατιστή μέσα στη δική της σκηνή. Στα χέρια της βαστούσε έναν λείο κύκλο από λευκό οψιδιανό που είχε ανασύρει από την κάπα της. Μόλις τα ισχνά της δάχτυλα τον έσφιξαν, τα χείλη της άρχισαν να προφέρουν δυσνόητες μαγγανικές λέξεις –έναν χαμηλό, υπόκωφο ρυθμό, όμοιο με τον ήχο που κάνει το νερό όταν κυλά κάτω από το βαρύ στρώμα του πάγου κατά τη διάρκεια του Στίλλβου. Σταδιακά, οι νιφάδες που έπεφταν γύρω από τη σκηνή της μετατράπηκαν σε σταγόνες. Ένας τέλειος, υγρός κύκλος σχηματίστηκε στο παγωμένο έδαφος κάτω από τα γόνατά της, και μια ανεπαίσθητη ζεστασιά άρχισε να απλώνεται στον αέρα εντός της σκηνής της Μαγγανίστριας. Στην άλλη άκρη του στρατοπέδου, το πορφυρό, νεκρό χρώμα στα δάχτυλα του Νικολό υποχώρησε, δίνοντας τη θέση του στο ροδαλό αίμα που επέστρεφε στις φλέβες. Το αγόρι άνοιξε τα μάτια, τα μάγουλά του έκαιγαν και οι κόρες των ματιών του έλαμπαν υγρές μέσα στο σκοτάδι.

«Ευχαριστώ», ήταν ο αδύναμος ψίθυρος που το εξασθενημένο στόμα του μπόρεσε να ψελλίσει.

Πριν το δειλινό ο Ταντέο τη βρήκε καθισμένη στην παγωνιά, με την πλάτη στο ξύλο ενός ελκήθρου. Στα γόνατά της είχε απλωμένο ένα χοντρό, γκρίζο κορδόνι από ακατέργαστο μαλλί, γεμάτο με δεκάδες κόμπους δεμένους σε άνισες αποστάσεις. Από κάθε κόμπο κρεμόταν μια μικρή, ξεφτισμένη λωρίδα υφάσματος. Με το μοναδικό του μάτι, ο Ταντέο διάβασε τα μαύρα, κακογραμμένα γράμματα από κάρβουνο πάνω στα κουρέλια: «Ιζόττα.» «Σαν Μορέλλο.» «Μητέρα.» «Ο ποταμός ονομάζεται Ρίβια.» «Ο Μπέπο, ο γείτονας με το κουτσό πόδι.»

Στην άκρη του σχοινιού, ένας κόμπος ήταν ακόμα καθαρός, σφιγμένος μόλις πριν λίγη ώρα. Το ύφασμά του έγραφε: «Η απώλειά της.»

«Απώλεια τίνος;» ρώτησε κοφτά ο Ταντέο. Στεκόταν όρθιος μπροστά της, αλλά η ερώτησή του έφερε τον τόνο ευγένειας, όχι επιτακτικότητας.

Τα δάχτυλά της χάιδευαν τον φρέσκο κόμπο. «Της μνήμης» απάντησε εκείνη. « Για το όνομα του αγοριού» και ήταν η σειρά της φωνής της να βγει με κόμπους. «Εκείνου που τα πόδια του ζεστάθηκαν. Το πρόφεραν το πρωί στην πορεία. Τώρα έμεινε μόνο ο ήχος της φωνής του. Σε λίγο θα τον ξεχάσω κι αυτόν».

«Νικολό», είπε ο Ταντέο.

Η Βιολάντε έκλεισε τα βλέφαρά της. Οι ώμοι της χαλάρωσαν, όχι λόγω ανακούφισης που θυμήθηκε έστω και στιγμιαία, αλλά επειδή γνώριζε ότι σύντομα θα ξεχάσει και πάλι.

«Κάθε φορά που η πέτρα ζεσταίνεται», ψιθύρισε χωρίς να στρέψει το πρόσωπό της, «ένα κομμάτι του εαυτού μου σβήνει. Δεν επιλέγω εγώ ποι θα είναι αυτό. Γι' αυτό χαράζω τις λέξεις πριν προλάβουν να χαθούν. Την Ιζόττα την έχω δέσει σε τρία διαφορετικά σημεία, για να μην ξυπνήσω μια μέρα και είναι ξένη». Ένα πικρό, σύντομο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. «Ο Ουγκολίνο θωρά τα χέρια μου όπως μια καλοζυγισμένη λεπίδα. Δεν καταλαβαίνει ότι κάθε φορά που κόβει, το σπαθί στομώνει».

Ο Ταντέο δεν κουνήθηκε. Στο δικό του μυαλό, ένας παλιός, μονόχρωμος κόμπος έσφιγγε ακόμα το στήθος του, ένας κόμπος που δεν χρειαζόταν ύφασμα για να τον θυμάται, γιατί ο πόνος του ήταν πάντα ζωντανός.

«Πες μου», συνέχισε η Βιολάντε, στρέφοντας το βλέμμα της προς το μέρος του, «το Κάτοπτρο... κρατάει αυτά που εμείς αφήνουμε πίσω; Υπάρχει κάποιο μέρος, κάτω από τον πάγο της λίμνης, όπου στοιβάζονται όλες οι χαμένες λέξεις;»

Ο Ταντέο κοίταξε το απέραντο, σκοτεινό δάσος της Τάιγκα, ανασηκώνοντας τους ώμους του «Αν υπάρχει τέτοιο μέρος, οι ζωντανοί δεν έχουν καμία δουλειά να ανοίξουν την πόρτα του».

Την έβδομη μέρα, ο θάνατος άρχισε να διαλέγει στρατιώτες. Όταν ο λοχαγός Γκουλιέλμο περπάτησε ανάμεσα στα αντίσκηνα για την πρωινή αναφορά, βρήκε οκτώ άντρες ασάλευτους κάτω από τις χιονοκουβέρτες. Τα χείλη τους ήταν μελιτζανί, τα μάτια τους κοιτούσαν το υπερπέραν και τα δάχτυλά τους είχαν κλειδώσει γύρω από τις λαβές των σπαθιών τόσο σφιχτά, τόσο που σίδερο και κόκκαλο είχαν γίνει ένα. Δίπλα σε έναν από αυτούς, έναν γέρο τοξότη, καθόταν ο Φιορέντσο. Ο τροβαδούρος είχε σφίξει την παγωμένη παλάμη του νεκρού ανάμεσα στα δικά του χέρια και κουνούσε ρυθμικά το σώμα του, ψιθυρίζοντας μια σπασμένη, βραχνή μελωδία, με μάτια κατακόκκινα από την αγρύπνια.

Ο Ουγκολίνο πλησίασε με αργά βήματα. Στάθηκε πάνω από τα παγωμένα πτώματα παρατηρώντας τα με την ψυχρή ματιά εμπόρου που επιθεωρεί ελαττωματικό εμπόρευμα.

«Αφήστε τους».

Ο Γκουλιέλμο έκανε ένα βήμα μπροστά. Το σαγόνι του ήταν τεντωμένο, με εκείνη την απόλυτη, επικίνδυνη ηρεμία που παίρνουν οι παλιοί στρατιώτες όταν το στήθος τους γεμίζει με οργή. «Άρχοντά μου... ο τοξότης πάγωσε μαζί με τον υιο του. Μια Σημάδα μόνο. Να σπάσουμε το χώμα με τις αξίνες, να ανάψουμε μια μικρή φωτιά, να πούμε τις Ένδεκα κουβέντες, να τους θάψουμε με αξιοπ...»

«Δεν υπάρχει ξύλο για να καεί για χάρη των νεκρών», η φωνή του Ουγκολίνο έκοψε τον αέρα σαν λεπίδα, ακαριαία και φονική. «Ούτε χρόνος, ούτε ανάσα για χάσιμο. Όσοι περπατούν, συνεχίζουμε».

«Και ποιος θα συνεχίσει να περπατά, κύριε, αν αρχίσουμε να πετάμε τους δικούς μας στα…»

«Λοχαγέ». Ο Ουγκολίνο δεν χρειάστηκε να υψώσει τον τόνο του. Έκανε μισό βήμα μπροστά, μικραίνοντας την απόσταση, και τα μάτια του στένεψαν. «Ο πατέρας μου σε κρατούσε κοντά του. Εγώ προσπαθώ να κάνω το ίδιο. Μη με αναγκάσεις να αλλάξω γνώμη».

Ο χρόνος πάγωσε ανάμεσά τους. Ο Ταντέο παρατήρησε το στήθος του γερο-λοχαγού να φουσκώνει βαριά, τις γροθιές του να σφίγγουν. Μετά όμως χαλάρωσαν, αφήνοντας τους ώμους του να πέσουν. Ο γέρος έστρεψε το κεφάλι στο χιόνι. Ο Ουγκολίνο γύρισε την πλάτη, ξέροντας πως η συζήτηση είχε τελειώσει.

Η φάλαγγα ξεκίνησε ξανά, προσπερνώντας τα οκτώ πτώματα. Κανένας στρατιώτης δεν πρόφερε αντίρρηση. Ο Ταντέο παρατηρούσε τα πρόσωπά τους καθώς έδεναν το μακρύ σχονί στη μέση τους, σχηματίζοντας την γνωστή πια Ανθρώσκινη αλυσίδα. Το βλέμμα τους είχε αδειάσει. Δεν κοιτούσαν πια τον Ουγκολίνο ως αρχηγό ή ως Άνθρωσκο. Τον ακολουθούσαν με βουβή υποταγή αυτών που οδεύουν προς τον θάνατο, ξέροντας πως δεν υπάρχει μέρος να κρυφτούν.

Μόνο ο Νικολό λύγισε τον λαιμό του, κοιτάζοντας πίσω προς το σημείο όπου το χιόνι είχε αρχίσει ήδη να καταπίνει τα κουφάρια. Πριν προλάβει να σταματήσει, το χοντρό γάντι του πατέρα του προσγειώθηκε απαλά στον ώμο του, σπρώχνοντάς τον με δύναμη μπροστά, αναγκάζοντάς τον να κοιτάξει ξανά τις βαθιές, παγωμένες πατημασιές του Ταντέο.

Την ένατη μέρα τα δέντρα υποχώρησαν απότομα, ανοίγοντας δρόμο για μια απέραντη, παγωμένη ξέρα όπου ο άνεμος είχε λειάνει το χιόνι, μετατρέποντάς το σε μια λευκή, γυαλιστερή κρούστα. Στο κέντρο αυτού του κενού, ένας μαύρος, ακανόνιστος κύκλος έσπαγε τη μονοτονία του τοπίου. Είκοσι σκελετοί κείτονταν μισοθαμμένοι, με τα λευκά τους κόκαλα γυμνά και τα ρούχα τους τίποτα περισσότερο από γκρίζα κουρέλια που πάλευαν τον αέρα με έναν ξερό, ρυθμικό ήχο. Γύρω από τα λείψανα, παγιδευμένα μέσα στον πάγο, στέκονταν σπασμένα ξύλινα δοκάρια από έλκηθρα, ένα σκισμένο, ανώνυμο λάβαρο χωμένο στη λάσπη, και αξίνες –δεκάδες σίδερα πεταμένα όλα μαζί στο ίδιο σημείο, λες και οι κάτοχοί τους τα είχαν αφήσει να πέσουν την ίδια ακριβώς στιγμή.

Ο Ταντέο έσκυψε πάνω από ένα κρανίο. Το γερό του μάτι εξέτασε τις κλείδες και τα πλευρά· δεν υπήρχαν χαραγματιές λεπίδας, ούτε σπασμένα οστά. Κάθε σκελετός ήταν στραμμένος προς τα εμπρός, με τη σπονδυλική στήλη κυρτωμένη προς την ανατολή και τα οστέινα δάχτυλα τεντωμένα μέσα στο χιόνι, σε μια αιώνια προσπάθεια να γραπώσουν κάτι που βρισκόταν ψηλά.

«Τρία χρόνια», ψιθύρισε ο Ταντέο, και η ανάσα του άγγιξε το παγωμένο κρανίο. «Ίσως τέσσερα».

«Εξερευνητές;» Η βαριά γούνα του Ουγκολίνο ξεπρόβαλε δίπλα του.

Ο Ταντεό έγνεψε. «Άλλοι που οραματίστηκαν αθανασίες».

Ο άρχοντας έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας τα σκόρπια σίδερα των αξινών, σφίγγοντας τα χείλη του. «Τους έλειπε η πειθαρχία», είπε, και το χέρι του κινήθηκε διακριτικά προς τη λαβή του σπαθιού του, σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως η δική του μοίρα θα ήταν διαφορετική.

Λίγα βήματα πιο πέρα, η Βιολάντε δεν κοιτούσε κόκαλα. Τα δάχτυλά της είχαν κλειδώσει γύρω από τον φρέσκο κόμπο του μάλλινου κορδονιού της, καθώς το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον δυτικό ορίζοντα. «Δεν πάγωσαν», η φωνή της ακούστηκε πνιχτή μέσα στην παγωνιά. «Κοιτάξτε πού είναι στραμμένα τα προσωπεία τους».

Ο Φιορέντσο, με τα χείλη του μελανά από το κρύο, τράβηξε το λαούτο μέσα από το λαδωμένο δέρμα. Το δάχτυλό του πίεσε και άφησε μια χορδή. Ο ήχος που βγήκε ήταν ένας σύντομος, ξερός κρότος, χωρίς καμία αντήχηση, σαν η χορδή να είχε χτυπηθεί μέσα σε σάκο. Ο Ταντέο ένιωσε μια ανατριχίλα να σκαρφαλώνει στη ραχοκοκαλιά του. Στην Τάιγκα, ακόμη και κάτω από το πιο βαρύ στρώμα χιονιού, ο κορμός ενός δέντρου επιστρέφει πάντα τον ψίθυρο. Εδώ, ο ήχος έπεφτε στο έδαφος και πέθαινε ακαριαία, χωρίς να αφήνει ίχνος πίσω του.

Τη δέκατη νύχτα, το σκοτάδι μέσα στη σκηνή έμοιαζε να πνίγει τον Ταντέο. Περπάτησε έξω από τα όρια των αντίσκηνων, αφήνοντας πίσω του τις λιγοστές σπίθες που χαροπάλευαν, και στάθηκε με την πλάτη στον κορμό ενός παγωμένου κυπαρισσιού. Ο ουρανός από πάνω του ένμοιαζε με στιλπνό, μαύρο κρύσταλλο, γεμάτος αστέρια που τρεμόπαιζαν. Χαμηλά, στην άκρη της γης, ο ορίζοντας δεν ήταν μαύρος· είχε μια αμυδρή, γαλακτώδη λάμψη, όχι σαν το φως της αυγής, αλλά σαν μια παράξενη απουσία σκιών, λες και ο τόπος εκείνος είχε ξεχάσει πώς να κρύβει τα πράγματα στο σκοτάδι.

Ένας μανδύας έτριξε στο χιόνι και η Βιολάντε στάθηκε δίπλα του. Έμειναν να κοιτάζουν τη λευκή γραμμή για αρκετές Σημάδες, χωρίς να ανταλλάξουν ανάσα.

«Στα μοναστήρια μιλούσαν για αυτό το μέρος», ψιθύρισε η γυναίκα, σφίγγοντας τον μανδύα της. «Οι Μαγγανιστές έρχονται εδώ να αναζητήσουν γαλήνη. Κανείς δεν μου είπε πως το ταξίδι μας θα απαιτούσε θάνατο».

«Η σιωπή του είναι αληθινή», απάντησε ο Ταντέο, κρατώντας το μάτι του σταθερά μπροστά. «Για αυτό τα ξίφη μικρή χρησιμότητα έχουν».

Εκείνη έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του, περιμένοντας. «Μίλα μου για αυτό».

Ο Ιχνευτής έψαξε στο μυαλό του να ανασύρει λέξεις που κρατούσε κλειδωμένες για μια δεκαετία. «Υπάρχει μια γαλήνη εκεί, σχεδόν… θεραπευτική, και μια άλλη που σβήνει ό,τι έχει απομείνει μέσα σου. Η λίμνη προσφέρει και τις δύο, και δεν σου δείχνει ποια διάλεξες παρά μόνο όταν τα πόδια σου έχουν ήδη παγώσει στο νερό της. Όσοι Μαγγανιστές επέστρεψαν από εκεί, δεν είχαν πια έγνοια για τίποτα».

«Και όσοι δεν επέστρεψαν;»

«Αυτοί έγιναν ένα με τη γαλήνη».

Τα δάχτυλα της Βιολάντε γλίστρησαν ξανά στους κόμπους του κορδονιού της. «Τι άφησες εκεί, Ταντέο;;»

Οι λέξεις της τον διαπέρασαν σαν βέλος. Αισθάνθηκε τον αέρα να λιγοστεύει και το γερό του μάτι να συσπάται.

Η Βιολάντε δεν απομάκρυνε το βλέμμα της, ούτε ζήτησε συγγνώμη.

«Δεν ήσουν μόνος σου », συμπέρανε χαμηλόφωνα. «Υπήρχαν κι άλλοι μαζί σου».

«Ένας. Ο αδελφός μου».

Οι λέξεις έπεσαν ανάμεσά τους και έμειναν εκεί. Η Βιολάντε δεν ρώτησε για όνομα, ούτε για το πώς συνέβη. Στεκόταν στην παγωνιά, δίπλα σε έναν άντρα με δικούς του κόμπους και πίκρες. Για πρώτη φορά μετά από δέκα Στίλλβους, ο Ταντέο ένιωσε το βάρος στο στήθος του να ελαφραίνει, λες και η αλήθεια είχε βγει από το στόμα του χωρίς να ξεσκίσει τις σάρκες του. Και αυτός ο πρωτόγνωρος, ζεστός φόβος μέσα του, τον τρόμαξε περισσότερο από τη λευκή λάμψη της λίμνης που τους περίμενε.

Την ενδέκατη μέρα, οι τελευταίοι κορμοί των πεύκων έμειναν πίσω, σαν γκρίζοι καβαλάρηδες που απομακρύνονται. Η Τάιγκα, που τους έπνιγε για ένα ολόκληρο δεκαήμερο, τράβηξε απότομα το πέπλο της, αποκαλύπτοντας ένα απέραντο κενό δίχως δέντρα, δίχως πουλιά, δίχως ίχνος σκιάς. Το χιόνι απλωνόταν αμόλυντο, μια συμπαγής λευκή μάζα· σε κάθε βήμα, οι μπότες βυθίζονταν μέχρι το γόνατο, μα το έδαφος δεν επέστρεφε κανέναν ήχο, λες και οι άντρες βάδιζαν πάνω στο στήθος ενός γίγαντα που είχε πάψει να αναπνέει.

Είχαν φτάσει στην αφιλόξενη Τούνδρα.

Ο Ταντέο χαμήλωσε το βλέμμα και μίκρυνε τον βηματισμό του, καθυστερώντας σκόπιμα. Στις πίσω γραμμές ακούστηκαν οι πρώτοι πνιχτοί ψίθυροι, γεμάτοι παράπονο. Ο Γκουλιέλμο Μαρτέλλι τον πλησίασε, με το παγωμένο του μουστάκι να τρέμει καθώς ζητούσε τον λόγο της καθυστέρησης, όμως ο Ιχνευτής κράτησε τα χείλη του κλειστά. Αν πίεζε τη φάλαγγα, η λίμνη θα ξεπρόβαλλε κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο –και το ένστικτό του, από εκείνον τον παλιό Στίλλβο, του φώναζε πως το λευκό φως της μέρας ήταν ο πιο σίγουρος τρόπος για να τυφλωθείς σε έναν τόπο που είχε φτιαχτεί μόνο για να σε κοιτάζει. Χρειαζόταν το σκοτάδι. Ήθελε τα αστέρια να είναι οι μόνοι μάρτυρες, καθρεφτισμένοι πάνω και κάτω από τα πόδια τους.

Ο Ουγκολίνο βγήκε από το κέντρο της παράταξης και στάθηκε δίπλα του, με μάτια γεμάτα καχυποψία. «Γιατί σταματάμε;»

Ο Ταντέο δεν γύρισε το κεφάλι. «Δεν είναι η στιγμή μας ακόμα».

Ο άρχοντας άνοιξε το στόμα του για να διατάξει, όμως οι λέξεις πάγωσαν στον λαιμό του. Τα δάχτυλά του άφησαν τη λαβή του σπαθιού και άρχισαν να τρίβουν μηχανικά τα χρυσά δαχτυλίδια πάνω από το δέρμα των γαντιών. Κάτι είχε αρχίσει να ξυπνά μέσα στο στήθος του· μια ανεπαίσθητη αίσθηση πως ο ήχος από τις μπότες του στο χιόνι μετα βίας ακουγόταν, και πως το ίδιο του το όνομα, όταν το πρόφερε στον νου του, αντηχούσε σαν ξένη, μακρινή φωνή. Δεν επέμεινε.

Καθώς το απογευματινό γκρίζο άρχισε να απλώνεται πάνω από το ατέλειωτο λευκό, ο Ταντέο ύψωσε το χέρι του και ακινητοποίησε τη φάλαγγα. Μπροστά στα πόδια του, η επιφάνεια δεν παρουσίαζε καμία αλλαγή, καμία κλίση, καμία νέα υφή. Κι όμως, το μοναδικό του μάτι ανατρίχιασε. Το χιόνι εκεί, λίγα εκατοστά πιο πέρα, ήταν ακόμα πιο λευκό –ένα λευκό που δεν δεχόταν καμία σκιά, έτοιμο να καταπιεί το επόμενο βήμα.



Αριστοφάνης Μανδέλης ✨

Comments


bottom of page