top of page

Η ΣΦΗΝΑ



Τα μάτια σου ασκαρδαμυκτί

Τα παραθύρια όμως ξέχασαν να ανοίξουν,

στους γαλάζιους τοίχους του σώματός σου

Απέξω μια πανσέληνος στοχαστική,

παγιδευμένη σε άθραυστα τζάμια

Κι εγώ στριμμένο άντερο, δεντρί,

ανεμοδαρμένο από χρόνους,

να γέρνω προς το φως σου

Να σέρνω τα κλαδιά μου όλο και πιο κοντά

στα παραθύρια σου

Να αντιστρέψω τις ρίζες μου προς στον ουρανό

Να ακουμπήσω θέλω την ασημιά σελήνη σου

Κανείς δε θα με παρεξηγήσει

Ούτε κι εσύ

Μόνο τις νύχτες!

Κανείς δε θα βλέπει

Κανείς δε θα υποψιαστεί εξάλλου

τη σκοπιμότητα ενός δέντρου

Η γης είναι το όριο των ανθρώπων

Ο ορίζοντας το όριο του ουρανού

Τα μπλε τείχη τα όρια τα δικά σου

Συρρικνώθηκαν κι έγιναν μια σταλιά κλειδαριά

Χαμένο όμως το κλειδί της

Κι όμως συνεχίζω να χώνομαι στην κλειδαρότρυπα

Σφηνώνω εκεί στη χαραμάδα της

Μισό φύλλο γίνομαι, μισή ανάσα

Ημισέληνος, μισό βλέμμα

Σε βλέπω, χωρίς να βλέπω

Κλαίω, χωρίς να σε βρέχω

Προσευχή γίνομαι στο λιγοστό φως σου

Σκύψε και συ το βλέμμα σου

Δεν είμαι δέντρο πιά, κοίταξέ με

Μια ρωγμή είμαι στο μπλε του τοίχου σου

Κλείσε με στα σωθικά σου

Κάνε με σπλάχνο σου

Μην αργείς

Σε περιμένω



Άννα Κλαρίτη 💞

Comments


bottom of page