Η Πόρτα του Χρόνου
- ΑΡΣΕΝΗΣ ΠΑΠΠΑΣ

- Jun 12, 2025
- 2 min read
Updated: Jul 5, 2025

‘Εσπρωξα απαλά την πόρτα του Χρόνου, και μπήκα,
στους ξεχασμένους κήπους της νιότης.
Στους χιονισμένους χειμώνες και τις ανθισμένες Άνοιξες,
Στα βροχερά μελαγχολικά Φθινόπωρα, και τα γελαστά Καλοκαίρια.
Ένα σμάρι σκόρπιες θύμισες φτερούγισε μπρος στα μάτια του νου,
σαν καλιακούδες που τσιμπολογούν αμέριμνες,
σ' οργωμένο χωράφι,
κι άξαφνα, τις τρομάζει ο σμπάρος του κυνηγού.
Εικόνες αλλοτινές, ξεχασμένες μυρωδιές,
φωνές, γέλια και κλάματα,
στριμώχτηκαν στο άνοιγμα της πόρτας,
κι όλες μαζί όρμησαν ασυγκράτητες
κουτρουβαλώντας στην οθόνη της μνήμης,
Σαν χείμαρρος που κατρακυλά ορμητικά, μετά από ξαφνική τ’ Αυγούστου μπόρα,
και πλημμυρίζει τον διψασμένο κάμπο.
Γιατ’ είν’ ο Αύγουστος καυτός, και όλα τα μαραίνει.
Κάτασπρα σπίτια, ασβεστωμένα, πεντακάθαρα,
αντανακλούν του πυρωμένου μεσημεριού το φως,
τυφλώνοντας τα μάτια, ως το βασίλεμα,
που βάφονται στου αίματου το χρώμα.
Ρυάκια γάργαρα κελαρυστά, τρέχουν βιαστικά,
ανάμεσα σε περιβόλια καταπράσινα,
ποτίζοντας του ήλιου τα γεννήματα,
Χωμάτινες αυλές, με τριανταφυλλιές μεθυστικές,
παράθυρα ορθάνοιχτα,
και γλάστρες με βασιλικό στο πέτρινο περβάζι,
δώματα φτωχικά, χαμηλοτάβανα,
που μύριζαν δροσιά, κυδώνι, ψάθα κι ασβέστη.
Χαγιάτι πρόχειρο, με μαγειρειό κάτω απ’ την σκάλα,
και στον τοίχο, κρεμασμένη η λάμπα με το φυτίλι,
να φωτίζει κάθε νύχτα τις αγωνίες, τις λαχτάρες,
τους φόβους και τα όνειρά μας.
Η γέρικη λεύκα ορθώνεται περήφανη στου δρόμου την άκρη,
δίπλα στον φράχτη με τ’ αγιόκλημα,
και η μπρούντζινη βρύση, στάζει ακόμα στην σκαμμένη πέτρα.
Η ροδακινιά στην μέση της αυλής, σκιρτά κι αναγαλλιάζει,
καθώς νιώθει του ήλιου το χάδι, πάνω στη βελούδινη σάρκα των καρπών.
Μια αρμαθιά παιδιά ξυπόλυτα, τσαλαβουτάνε με φωνές,
στα λασπωμένα νερά του μικρού ποταμού,
τρομάζοντας στην όχθη τα βατράχια.
Φωνές, μουγκανητά, βελάσματα,
κι ο θόρυβος απ’ τους τροχούς των κάρων,
που επιστρέφουν τρίζοντας, από τον κάματο της μέρας.
Το κροτάλισμα του πελαργού, ψηλά στης παλιάς εκκλησιάς το καμπαναριό,
Και το αδιάκοπο πήγαιν’ έλα των χελιδονιών,στην χωμάτινη φωλιά, κάτ’ απ’ το γείσο.
Κι ακόμα,
πρόσωπα με καλέμι χαραγμένα στην μνήμη,
χαμόγελα ενθαρρυντικά, μπροστά στο πρώτο δείλιασμα,
όταν δυο χέρια ροζιασμένα, σκουπίζουν από τα μάτια,
τα πρώτα παιδικά δάκρυα.
Μικρό τραπέζι χαμηλό, σοφράς, για βραδυνό στρωμένο,
και γύρω αράδα στα σκαμνιά, πρόσωπα αγαπημένα που έχουν φύγει.
Σαν είδε το μάτι και χόρτασε η ψυχή, άνοιξα πάλι απαλά την πόρτα και βγήκα,
πατώντας στ’ ακροδάχτυλα,
προσέχοντας να μην ταράξω την γαλήνη ενός μικρού παιδιού,
που καθισμένο καταγής, στον ίσκιο της κορομηλιάς,
σκάλιζε με τον σουγιά του, καραβάκια σε φλούδα πεύκου…
Αρσένης Παππάς 🌹




Comments