top of page

Η ΟΔΟΝΤΟΓΛΥΦΙΣ

1 day ago
1 min read

Στέκομαι μπροστά στον πειναλέο καθρέφτη,

κοιτάζοντάς τον κατά πρόσωπο

Ψάχνω να΄ βρω εκείνη τη αρχαία μου αθωότητα,

που αυτός κατασπάραξε

Η οδοντογλυφίς εκστασιασμένη αργά σχεδόν ερωτικά,

πασχίζει να θωπεύσει την γλώσσα μου,

καθώς αυτή ψαχουλεύει να εντοπίσει το εμπόδιο

Ο καθρέφτης μου γελοίος, προσμένει

Ένα ύπουλο κομμάτι μέσα στο λευκό σμάλτο του στόματος

Κάπου εκεί στα δόντια, στις σχισμάδες τους

Ψάχνει τα ψίχουλα και τις λησμονημένες ίνες αναμνήσεων

Κάτι τουλάχιστον που δεν καταπίνεται αμάσητο

Κάτι που ούτε και φτύνεται

Κάτι που αντέχεται

Ο καθρέφτης μου, μειδιά χαιρέκακος

Η οδοντογλυφίς έσπασε

Το ίδιο κι η ανάσα μου

Αυτό που υπήρχε στα δόντια μου καταπόθηκε

Πέθανε μέσα μου

Λογιάζω την ανατομία μιας αδύνατης επιστροφής

Κάθε άγγιγμα του καθρέφτη παρατά ξοπίσω του έναν νεκρό

Ο καθρέφτης μου με έφτυσε στο πάτωμα

Θεατρίνε σπαραγμέ μου!



Άννα Κλαρίτη ❤️

Comments


bottom of page