Η ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΜΑΣΚΑ ΤΟΥ ΓΕΛΑΣΤΟΥ ΚΛΟΟΥΝ
- ΕΡΩΔΙΤΗ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

- 13 hours ago
- 4 min read

Το μικρό παλαιοπωλείο στη γειτονιά του Λονδίνου είχε μόλις ανοίξει.
Η μέρα, αν και φθινοπωρινή, ήταν ασυνήθιστα ηλιόλουστη.
Ο Βίνσεντ Μπόριτς, ο πενηντάρης ιδιοκτήτης, τακτοποίησε μερικά έγγραφα στο γραφείο του και έπειτα επιθεώρησε τον χώρο.
Το βλέμμα του σκάλωσε στις δύο κατάλευκες πορσελάνινες μάσκες, που κρέμονταν ακίνητες στον γαλαζοπράσινο τοίχο, ακριβώς απέναντί του.
Δεν θυμόταν ποιος του τις πούλησε, ούτε καν πώς κατέληξαν στο μαγαζί του.
Πλησίασε αργά και τις περιεργάστηκε.
Πάντα του προκαλούσε δέος ο τρόπος που ακουμπούσε η μία πάνω στην άλλη· λες και ήταν ενωμένες, λες και αναπαριστούσαν το γιν και το γιανγκ.
Η αριστερή μάσκα απεικόνιζε το ολοστρόγγυλο πρόσωπο ενός άντρα κλόουν.
Φορούσε σκούρο ριγέ ένδυμα και έναν ογκώδη γκρι φιόγκο στον λαιμό, πάνω στον οποίο ήταν καρφιτσωμένη μια μικρή κόκκινη καρδιά.
Η ίδια καρδιά ήταν ζωγραφισμένη πάνω από έναν μαύρο ρόμβο στο βλέφαρό του.
Κάτω από το μάτι του κατέβαιναν δύο λεπτές μαύρες γραμμές σαν δάκρυα, ενώ στο μάγουλό του δέσποζε ένας έντονος κόκκινος κύκλος.
Η δεξιά μάσκα αναπαριστούσε μια γυναίκα κλόουν.
Τα κόκκινα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε σφιχτό κότσο, στολισμένο με ένα λευκό άνθος. Μια κατακόκκινη καρδιά ήταν σχεδιασμένη στο μάγουλό της, ενώ στον λαιμό φορούσε έναν πλισέ, λευκό γιακά. Τα χείλη και των δύο ήταν βαμμένα στο χρώμα του αίματος.
Το χρώμα των πορφυρών καρδιών ήταν τόσο έντονο, που έμοιαζαν με πηχτές σταγόνες αίματος που ενώθηκαν για να συμβολίσουν μια μακάβρια αγάπη.
Ο Βίνσεντ ετοιμάστηκε να αποστρέψει το βλέμμα του, όταν ξαφνικά μακρινές φωνές γέμισαν τον χώρο: ήχοι από ντέφια, γέλια και μουσικές που έμοιαζαν με... απόκοσμο τσίρκο.
***
Μερικά χρόνια πριν...
Σε ένα τσίρκο που μύριζε υγρό πριονίδι, φθηνό αλκοόλ και ιδρώτα, ζούσαν δύο παιδιά.
Το αγόρι το είχαν βρει να περιπλανιέται όταν ήταν δεκαέξι χρονών. Το πρόσωπό του ήταν σημαδεμένο με έναν κόκκινο κύκλο στο μάγουλο. Κανείς δεν ήξερε αν ήταν παιχνίδι της φύσης ή κάποιο φρικτό ατύχημα. Οι ιδιοκτήτες του τσίρκου, άνθρωποι σκληροί που μετρούσαν τα πάντα με το κέρδος, του φόρεσαν εκείνη την πορσελάνινη μάσκα για να κρύψουν την «ασχήμια» του και να τον μετατρέψουν σε αξιοθέατο.
Το κορίτσι, όμως, ήταν διαφορετικό. Κόρη μιας γυναίκας του θιάσου που πέθανε νωρίς, μεγάλωσε μέσα στη μελαγχολία.
Ήταν όμορφη, αλλά η ψυχή της ήταν εξίσου ραγισμένη.
Την ημέρα που είδε το αγόρι να κλαίει κρυφά στα παρασκήνια, πήρε τη δεύτερη μάσκα και τη φόρεσε. Δεν την έβγαλε ποτέ ξανά. Ήταν η σιωπηλή της υπόσχεση:
Αν είσαι τέρας εσύ, θα γίνω τέρας κι εγώ. Δεν θα είσαι ποτέ μόνος.
Μεγάλωσαν μαζί, κλεισμένοι μέσα στα πορσελάνινα χαμόγελά τους. Δεν μιλούσαν ποτέ· επικοινωνούσαν μόνο με νεύματα και αγγίγματα.
Στη σκηνή ήταν μαγικοί, στη ζωή αχώριστοι.
Κανείς δεν θυμόταν πια το χρώμα των ματιών τους πίσω από τις σχισμές˙κανείς δεν άκουσε ποτέ ξανά τη φωνή τους.
Ώσπου ήρθε εκείνη η νύχτα.
Μέσα στο μεθύσι μιας γιορτής, τρεις εργάτες στρίμωξαν το κορίτσι στις αποθήκες.
Ήθελαν να δουν τι κρυβόταν πίσω από τη μάσκα.
Αδημονούσαν να πάρουν με τη βία αυτό που η σιωπή της προστάτευε. Το αγόρι έφτασε τρέχοντας, αλλά ήταν αργά.
Στην πάλη που ακολούθησε, το κορίτσι έπεσε άτσαλα στο έδαφος. Ένας υπόκωφος ήχος, σαν πορσελάνη που ραγίζει, έσκισε τον αέρα και μετά... απόλυτη σιωπή.
Οι δράστες χάθηκαν στο σκοτάδι, αφήνοντας το αγόρι να ουρλιάζει βουβά πάνω από το άψυχο κορμί της.
Όταν το επόμενο πρωί οι άνθρωποι του τσίρκου βρήκαν την κοπέλα, πάγωσαν.
Το σώμα ήταν εκεί, αλλά το κεφάλι έλειπε. Κάποιος το είχε αφαιρέσει με χειρουργική ακρίβεια μέσα στη νύχτα.
Ο τρόμος σκέπασε το τσίρκο, και σύντομα άρχισαν οι θάνατοι.
Ο πρώτος εργάτης βρέθηκε κρεμασμένος από τα σκοινιά των ακροβατών.
Ο δεύτερος κατασπαράχθηκε όταν η πόρτα του κλουβιού των λιονταριών βρέθηκε «μυστηριωδώς» ανοιχτή.
Ο τρίτος βρέθηκε πνιγμένος σε ένα βαρέλι με νερό για τα άλογα.
Δίπλα σε κάθε πτώμα, υπήρχε ζωγραφισμένη μια κόκκινη καρδιά.
Δεν άργησαν να καταλάβουν ποιος ευθυνόταν.
Μια ομάδα αντρών, οπλισμένοι με πυρσούς ρόπαλα, έσπασαν την πόρτα της άμαξας του αγοριού.
Η μυρωδιά της σαπίλας τούς χτύπησε σαν γροθιά.
Και εκεί, στο βάθος του δωματίου, αντίκρισαν ένα θέαμα που θα τους στοίχειωνε για πάντα: πάνω σε ένα βελούδινο μαξιλάρι, περιτριγυρισμένο από κεριά, στεκόταν το κεφάλι του κοριτσιού. Φορούσε ακόμη τη μάσκα.
Το αγόρι καθόταν δίπλα, χαϊδεύοντας τα κόκκινα μαλλιά της.
«Δολοφόνε!» ούρλιαξε κάποιος και χύμηξαν πάνω του.
Στη συμπλοκή, ένας πυρσός έπεσε στο πάτωμα. Οι φλόγες τύλιξαν την άμαξα ακαριαία. Οι εισβολείς έτρεξαν να σωθούν, αλλά το αγόρι δεν προσπάθησε να ξεφύγει. Αντίθετα, άρπαξε το κεφάλι της αγαπημένης του και το αγκάλιασε σφιχτά. Καθώς η οροφή κατέρρεε, μια βαριά, φλεγόμενη δοκός κατέρρευσε και, μαζί της, ένα στρεβλωμένο μεταλλικό στήριγμα κατέβηκε σαν λεπίδα αποκεφαλίζοντας το αγόρι.
Το σώμα του σωριάστηκε στις φλόγες, αλλά το κεφάλι του κύλησε και σταμάτησε δίπλα στο δικό της.
Όταν η φωτιά έσβησε ώρες αργότερα, μέσα στις στάχτες και τα αποκαΐδια, η αστυνομία ανακάλυψε κάτι αλλόκοτο.
Τα κρανία κάτω από τις μάσκες είχαν απανθρακωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Κι όμως, από ένα παράξενο καπρίτσιο της φωτιάς και ίσως από τη χημεία της πορσελάνης οι δύο προσελάνινες μάσκες δεν είχαν σπάσει.
Η θερμότητα τις είχε λιώσει ελαφρά στα σημεία που ακουμπούσαν, ενώνοντάς τες για πάντα.
Η μύτη του κλόουν ήταν κολλημένη στο μέτωπό της.
Τα χείλη του ακουμπούσαν τη δική της μύτη.
Κείτονταν εκεί, ανάμεσα στις στάχτες, σαν δύο άδεια πρόσωπα που κοιτάζονταν αιώνια, φυλακίζοντας μέσα στο κενό τους τον έρωτα, την τρέλα και τον θάνατο. Κανείς δεν τόλμησε να τις χωρίσει.
Κάποιος τις πούλησε σε έναν γυρολόγο κι από χέρι σε χέρι, έφτασαν στον τοίχο του παλαιοπωλείου.
***
Σήμερα...
Ο παλαιοπώλης στεκόταν ακόμη μπροστά τους.
Οι ήχοι του τσίρκου γύρω του δυνάμωσαν.
Ξαφνικά, το βλέφαρο της γυναικείας μάσκας τρεμόπαιξε. Στην άκρη των βλεφαρίδων της, μια μικρή σταγόνα λαμπύρισε.
Γλίστρησε και χάθηκε, σαν να τη ρούφηξε η ίδια η πορσελάνη.
Τρομαγμένος, ο Βίνσεντ οπισθοχώρησε απότομα. Παράπάτησε, το κεφάλι του χτύπησε με δύναμη στη γωνία ενός βαριού επίπλου και σωριάστηκε στο πάτωμα. Καθώς το αίμα άρχισε να ρέει από την πληγή του στο λευκό πάτωμα, σχημάτισε μια τέλεια κόκκινη καρδιά.
Καθώς η ζωή τον εγκατέλειπε και το βλέμμα του θόλωνε, τα μάτια του εστίασαν σε μια παλιά κορνίζα στον τοίχο.
Στη φωτογραφία, τρεις εργάτες του τσίρκου γελούσαν χυδαία.
Στη μέση βρισκόταν ο παππούς του, ο άνθρωπος που είχε πνιγεί μυστηριωδώς σε έναν κουβά με νερό πριν από χρόνια.
Στον καρπό του γυάλιζε ένα ασημένιο ρολόι˙το ίδιο ακριβώς ρολόι που είχε κληρονομήσει ο Βίνσεντ και έλαμπε τώρα στο δικό του χλωμό χέρι.
Το χρέος αίματος, που ταξίδευε κρυφά μέσα στις φλέβες της οικογένειάς του για γενιές, είχε μόλις εξοφληθεί.
Ερωδίτη Παπαποστόλου 🎈




Comments