top of page

Η ηδονή της νάρκης

Άνοιξες τις παραστάδες της πόρτας

με αγωνία

κοίταξες τη γυναίκα

στο βάθος του ναού

να κάθεται

ημίγυμνη στο θρόνο της

σαν ιέρεια,

με το βλέμμα απλανές να ταξιδεύει

στο χάος του άγνωστου

μέλλοντός σου.

Γονάτισες στο βωμό της

καθώς αυτή παραδομένη

στη νάρκη του καπνού που ανέβαινε

ψηλά σιγόλεγε λόγια λάγνα

για των ερώτων σου τις πράξεις

Της άγγιξες τα γόνατα,

θέλησες να γευτείς

τ’ αρώματα του θεϊκού κορμιού της,

να γίνεις ο κατακτητής

της άπαρτης, ερωτικής της

κλίνης.

Και τόλμησες εσύ…

ένας θνητός και σάτυρος

να αναμετρηθείς

με του θεού την οργή,

που ήθελε

την προφήτισσα

να γεύονται μαζί

ηδονικά την αμβροσία

με το εξαίσιο ερωτικό

νέκταρ, που ανάβρυζε

καυτό από της ένωσης τους

τη στιγμή.

Με το σπαθί σου

έλυσες τον κόμπο

δείχνοντας τον πόθο σου

που τόσο καιρό είχες καλά

κρυμμένο από του

μυαλού της τα περίεργα

μελτέμια.

Μαρία Καραθανάση 🌹


Comments


bottom of page