top of page

Η επιστροφή,το σπίτι που θυμόταν!


Η επιστροφή !!

Το σπίτι που θυμόταν..

Ύστερα από χρόνια σιωπής και απόστασης, η επιστροφή στο πατρικό σπίτι έμοιαζε σαν μια αθόρυβη συμφιλίωση με το παρελθόν, τις μνήμες και όσα δεν είχαν ειπωθεί ποτέ.

Έτσι λοιπόν, με ένα καλωσόρισμα της μάνας μπήκε πρώτος, τίναξε το χιόνι από το παλτό του, το έβγαλε και το κρέμασε μαζί με το καπέλο του στην κρεμάστρα της εισόδου.

Το σπίτι όμορφα συμμαζεμένο κι από την κουζίνα ερχόταν εκείνη η γνώριμη μυρωδιά του ψωμιού που μόλις είχε βγει.

"Α ρε μάνα…" ψιθύρισε. 

"Πάλι έκανες το θαύμα σου…"

Η Άννα στάθηκε για λίγο στο κατώφλι διστακτικά, παρατηρώντας τον χώρο πριν μπει ολοκληρωτικά μέσα. 

-Πέρασε κόρη μου... της απηύθυνε το λόγο η μητέρα.

Τα σπίτια έχουν μνήμη, σκέφτηκε. Κρατούν τις φωνές, τις σιωπές, τις αγάπες που τα κατοίκησαν αλλά και τις πράξεις που πλήγωσαν!!

Ένιωσε το χέρι του να αγγίζει απαλά τη μέση της, σαν άδεια, σαν πρόσκληση. Μπήκε.

Η μητέρα του δεν μίλησε πολύ. Τους κοίταξε μόνο, με εκείνο το βλέμμα που ήξερε να διαβάζει όσα δεν λέγονταν. Έστρωσε το τραπέζι, έκοψε το ψωμί, άφησε τον χρόνο να κυλήσει να ξεχαστούν τα παλιά. 

Η ζωή προχωράει σκέφτηκε.

 

Κάποια στιγμή αποσύρθηκε διακριτικά, σαν να ήξερε ότι αυτό το σπίτι έπρεπε πρώτα να τους δεχτεί ως ζευγάρι, έστω κι αν εκείνη την έτρωγε το συναίσθημα και η λύπη από εκείνο το μαύρο μυστικό ανάμεσα σε κείνη και στη νύφη της.

Το παλιό του δωμάτιο τους περίμενε στο τέλος του διαδρόμου. Τίποτα δεν είχε αλλάξει ουσιαστικά: το γραφείο δίπλα στο παράθυρο, οι κουρτίνες βαριές, το κρεβάτι στρωμένο προσεκτικά. 

Κι όμως, όλα ήταν αλλιώς. Γιατί τώρα γύρισε η Άννα.

Έκλεισε την πόρτα πίσω τους χωρίς θόρυβο. Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν αμήχανη· ήταν γεμάτη. Η Άννα πλησίασε στο παράθυρο. Το χιόνι έπεφτε αργά, σχεδόν τελετουργικά.

Την πλησίασε. Δεν τη φίλησε αμέσως. Άφησε πρώτα τα δάχτυλά του να ακουμπήσουν τη ραχοκοκαλιά της, να ακολουθήσουν τη γραμμή της σαν να τη μάθαιναν από την αρχή. Εκείνη αναστέναξε ανεπαίσθητα και γύρισε προς το μέρος του.

"Εδώ φοβόμουν πως δεν θα χωρέσω", του είπε σκεπτόμενη το παλιό γεγονός που τη σημάδεψε κι εκείνος όμως αγνοούσε.

"Χώρεσες", σκέφτηκε εκείνος χωρίς να της απαντήσει 

Το φιλί τους δεν είχε βιασύνη, ήταν αργό, σαν επιστροφή. Τα χέρια της τον αγκάλιασαν και τον κράτησαν.

Η αγάπη δεν χρειαζόταν πια να αποδειχθεί. Ήταν παρούσα.

Τα σώματα μίλησαν. 

Κάθε άγγιγμα είχε βάρος, κάθε ανάσα σημασία. Δεν ήταν πάθος της στιγμής· ήταν ένωση ανθρώπων που είχαν περάσει από φόβους, αποστάσεις και επιστροφές.

Κάποια στιγμή έμειναν ακίνητοι, αγκαλιασμένοι. Το δωμάτιο σκοτεινό, το φως του δρόμου να χαράζει σκιές στους τοίχους. Η Άννα ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του, άκουσε τον ρυθμό του.

"Νομίζω πως τώρα ανήκω κι εγώ εδώ" είπε.

"Όχι στο σπίτι", της απάντησε.

 "Σε μένα. Κι εγώ σε σένα, καιρός να αφήσεις και να πετάξεις τα παλιά"...

Έξω το χιόνι συνέχιζε να πέφτει. Μέσα, το σπίτι κρατούσε την ανάσα του, σαν να αναγνώριζε πως μια νέα ιστορία είχε μόλις γραφτεί μέσα στους τοίχους του, σε αυτούς τους τοίχους που ήξεραν τα πάντα!!

Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, εκείνος ένιωσε πως δεν είχε γυρίσει απλώς πίσω. Είχε προχωρήσει μπροστά, μαζί της γιατί ήξερε το μυστικό της, αλλά η αγάπη του ήταν ανώτερη όλων των μυστικών που έτσι κι αλλιώς

υπάρχουν σε κάθε σπίτι !!!




Βάσια Μητράκου 🌹

Comments


bottom of page