"Η βροχή από κάτω"
- ΣΙΜΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

- 2 hours ago
- 2 min read

Του Σίμου Ιωσηφίδη
Κάποτε, γύρω στα 740 μετά Χριστόν, ο Λι Πο, αυτή η λεπτοφυής ρομαντική προσωπικότητα που δεν έχανε ευκαιρία να στέλνει στα ουράνια τον λυρισμό της Κίνας, κι ενώ βρισκόταν σε μια ασιατική στέπα με έναν φίλο του, τον Του Φου, λέγεται πως μπόρεσε να αγκαλιάσει το αντιφέγγισμα της σελήνης μέσα σε μια ήσυχη λίμνη... Εκείνη η αγκαλιά, έκτοτε, έμεινε και παραμένει ένα παροιμιώδες σύμβολο ανιδιοτελούς Αγάπης.
Αιώνες κατόπιν, κάπου στο λυκόφως του 19ου αιώνα, κάποιοι θρύλοι μαρτυρούν πως στα παράκτια του Τάμεση, μια νύχτα βασανιστικά υγρή και κρύα, ο Μπάιρον, περπατώντας αμέριμνος, πάντα χωλαίνοντας στην δεξιά του κνήμη, μπόρεσε και χάιδεψε μιαν αστραπή.
Ο Βαρόνος συνέχισε να περπατά εκστασιασμένος... Λες και ήταν κάτι το σύνηθες.
Κι εκεί ακριβώς, περίπου 100 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, την ίδια χρονική περίοδο, ο Σέλεϋ, στροβιλιζόμενος από εκείνον τον μόνιμο εσωστρεφή αυτοκαταστροφικό του ρομαντισμό, λέγεται πως μια επίπνοια τον αποκοίμησε στα βρόμικα νερά του Σαουθάμπτον...
Πόσο απόμακρο το νερό.
Άχρωμο αλλά πάντα οικείο.
Κι όμως μπορούμε να το αγκαλιάσουμε.
Όταν βρέχει και ανοίξουμε τα χέρια μας βρίσκουμε τους χαμένους έρωτές μας.
Η βροχή εκεί, μορφοποιεί μέ έναν τρόπο αδιόρατο.
Το πρόσωπό μας γαληνεύει.
Και είναι η ίδια ερωμένη, μια διαρκώς διαλείπουσα ερωμένη που έρχεται ξαφνικά, άνωθεν.
Κι έπειτα φεύγει. Κι ο ουρανός μινυρίζει. Και αυτή ξανάρχεται...
Εκεί οι Θεοί μοιάζουν να αγαπούν.
Η βροχή, όπως η όποια ομορφιά, συνήθως είναι απρόβλεπτη.
Και απρόσμενη. Διερχόμενη αιφνίδια, όπως ο έρωτας, είναι παρούσα και ταυτόχρονα απούσα. Όμως αποτελεί μια πιστή σύντροφο που, όπου κι αν κατευθυνθούμε, θα μας συνοδεύει.
Σαν οπτικο-ηχητική ακόλουθη.
Πρέσβειρα του ορυκτού μας πλούτου η βροχή, υπερασπίστρια ζωτικών συμφερόντων, ένα φυσικό νερό που ρέει, το έσχατο εκείνο μέσο προκειμένου η φύση να γίνει αισθητή υποδηλώνοντας την παρουσία της.
Σε παράκτιες πόλεις, σε ορεινά χωριά στα απόκρυμνα λιβάδια.
Η βροχή είναι παντού.
Όταν ψιλοβρέχει,στον νοτιά του Φθινοπώρου, έχει έναν μυστήριο εξωτισμό θυμίζοντας εκείνες τις ξεχασμένες λήψεις τεχνικολόρ των ‘60ς.
Ειδικά όταν το απόγευμα αναπληρώνει τις ήρεμες ώρες του μεσημεριού και αρχίζει το ψιλόβροχο μοιάζει με ένα μικρό θλιμμένο αποχαιρετιστήριο των στιγμών που φεύγουν. Και είναι εκείνη η ώρα που αυτά τα υπαινικτικά ψιλόβροχα με την μυρωδιά ενός σπάνιου θυμιάματος σε κάνουν, σχεδόν αυτοστιγμεί, να φαντασιώνεσαι το «θάνατο στη Βενετία». Εντάξει, μερικές φορές και κάποιες εικόνες της Βίβλου μπορούν να γίνουν επίσης αισθητές.
Και τότε ένα ανεμοβρόχι απαλό ακούγεται. Αυτή η «οριζόντια κίνηση» ενός αόρατου αέρα που μοιάζει να απειλεί βουίζοντας και κάνει την Απουσία να βασιλεύει.
Τέτοια τοπία, στη θέασή τους, αποτελούν σπάνια αναγνώσματα.
Εδώ τα βιβλία είναι περιττά.
Η βροχή δεν ξεπλένει.
Τίποτα δεν ξε-πλένεται. Ποτέ!
Άπαντα μετατοπίζονται. Καθαρίζοντας κάτι και καθιστώντας βρόμικο κάτι άλλο. Αυτό το άλλο συσσωρεύεται στα μέρη που δεν κατοικούμε.
Και φτάνουμε στο τέλος της ζωής μας. Και οι λυτρωτικές σταγόνες ξανάρχονται.
Βρέχουν αργά και ρυθμικά τα εσώτερά μας εν είδει ορού πασχίζοντας στην παροχή άμεσης παθητικής ανοσίας.
Σε μια πτέρυγα κάποιου νοσοκομείου...
Σίμος Ιωσηφίδης 🌹




Comments