top of page

Ζωή Συμεωνίδη


Όταν συνειδητοποιώ τι έχει συμβεί, αρχίζω να πανικοβάλλομαι...

Ελέγχω την πόρτα... ήταν κλειδωμένη!

Ήθελε να με παγιδέψει, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο...Πώς να πάρω τώρα κλειδαρά; Πήρε και τα

τελευταία μου χρήματα…

Κάθομαι για λίγο στην καρέκλα να πάρω μια ανάσα... Παίρνω φόρα και πέφτω με δύναμη επάνω στην

πόρτα προσπαθώντας να τη σπάσω. Ξανά και ξανά,...Ο ώμος μου έχει αρχίσει να πονάει, παρόλα αυτά

δεν το βάζω κάτω. Τελικά. βγαίνω έξω απότομα και πέφτω στα σκαλιά. Ένα μίκρο αγόρι που ήταν εκεί

έτρεξε αμέσως κοντά μου, ήταν δεν ήταν 10 χρονών…

<< Είστε καλά κύριε; Μήπως χτυπήσατε; >> με ρωτάει και μου δίνει το χέρι του για να σηκωθώ..

Χαμογελάω…

<< Ναι, σε ευχαριστώ πολύ που με βοήθησες...>> απαντώ τότε εγώ. Το αγοράκι χαμογελάει και χάνεται

στο βάθος…

Αρχίζω να περπατάω. Το χέρι μου πονάει πολύ! Ίσως, να έπεσα πάνω στην πόρτα με υπερβολική

δύναμη. Συνεχίζω, όμως και προχωράω...σκέφτομαι για λίγο να πάρω έναν ακόμα καφέ, αλλά δεν έχω

ούτε δείγμα από χρήματα. Το μυαλό μου γυρίζει σαν ρουλέτα και εγώ είμαι η μπίλια που δεν ξέρω που θα

με φέρει αυτή η υπόθεση...

Σε λίγο φτάνω, επιτέλους, στο γραφείο και ύστερα...για ακόμη μια φορά, τα μάτια βυθίστηκαν στο

απόλυτο εντελώς σκοτάδι...



Ζωή Συμεωνίδη

Comments


bottom of page