top of page

Εκείνοι που βαδίζουν

Δεν κρατούσαν χάρτη στα χέρια τους, μήτε πυξίδα.

Μονάχα κάτι σπασμένα κομμάτια φωτός , μνήμες που τρεμόσβηναν σαν καντήλι σε νυχτερινό αγιάζι,

κι εκείνο το πείσμα που δε γεννιέται από τη λογική, μα από την καρδιά που πονά και δε λυγά.

Μια καρδιά που θυμάται και προχωρά.

Ο κόσμος γύρω τους έμοιαζε θρυμματισμένος.

Σαν καθρέφτης παλιός, που τον έχουν ραγίσει οι καιροί και το βλέμμα του ανθρώπου που κάποτε έψαχνε σ’ αυτόν τη μορφή του.

Μα κάποιοι συνέχιζαν να περπατούν.

Ήσυχα.

Χωρίς φωνές, χωρίς λάβαρα.

Κι όμως, η σιωπή τους είχε βάρος, σαν αρχαία πέτρα που, αν ακουμπήσεις το αυτί πάνω της, ακούς την Ιστορία.

Η Μαρία, γυναίκα του χωραφιού, με χέρια που ευωδούσαν μέντα και θυμάρι, κουβαλούσε στον ώμο της ένα κοφίνι γεμάτο σπόρους. Διέσχιζε ξεχασμένα μονοπάτια και φύτευε στις ρωγμές.

Όχι από εμμονή μα από πίστη πιότερη και από την ίδια την ελπίδα «Η γη θυμάται», έλεγε. «Ακόμη κι όταν την ξεχνούν οι άνθρωποι, εκείνη θυμάται. Και κάποια μέρα θα ανθίσει εκεί που κανείς δεν το περιμένει.»

Ο Αντρέας, παλιός δάσκαλος, είχε χάσει τη φωνή του έπειτα από έναν μεγάλο σεισμό, όχι μονάχα της γης, μα και της ζωής.

Κάθε αυγή περπατούσε ως το παλιό σχολείο. Εκεί, μπροστά σε μαυροπίνακα σβησμένο από χρόνια, έγραφε με άσπρη κιμωλία λέξεις σιωπηλές:

«Η αλήθεια περπατά. Δεν τρέχει. Δεν κρύβεται.

Μονάχα βαδίζει.» Κι ας μην την έβλεπε κανείς. Κατά βάθος πίστευε πως, κάποτε, ένα παιδί θα περνούσε, θα διάβαζε αυτές τις λέξεις και θα ήξερε προς τα πού να στραφεί.

Ο γέροντας Στέφανος, με γενειάδα σαν στάχτη και μάτια που έμοιαζαν να έχουν δει τους αιώνες, στεκόταν κάτω από τον πλάτανο του χωριού. Μιλούσε στα διαβατάρικα πουλιά, έδινε όνομα στους ανέμους.

Σε κάθε περαστικό έλεγε ψιθυριστά:

«Μην πολεμάτε τη νύχτα.

Εκείνη φέρνει πάντα τ’ άστρα, κι ας μη φαίνονται αμέσως.»

Μια μέρα, ήρθε ένας νέος ο Μανώλης.

Κουρασμένος από την πόλη και τον θόρυβο, με ρούχα μουσκεμένα απ’ τη βροχή και βλέμμα σβησμένο, σαν να είχε ξεχάσει να ελπίζει.

Ο γέροντας του έδωσε ένα κάστανο και του ψιθύρισε:

«Κράτα το στην παλάμη σου.

Είναι ολόκληρος χειμώνας εκεί μέσα.

Μα μέσα του κοιμάται η άνοιξη.»

Ο Μανώλης έμεινε. Κάθε πρωί άναβε το καντήλι στο μικρό ξωκλήσι.

Δεν άλλαξε από θαύμα. Άλλαξε από εκείνο το ταπεινό, ανθρώπινο «προχωρώ» — αυτό που φαίνεται ασήμαντο, μα αλλάζει αθόρυβα τον κόσμο.

Κι ύστερα, ήρθαν κι άλλοι.

Η Άρτεμις, με το παλιό της βιολί και τα μαλλιά γεμάτα φύλλα. Ο μικρός Ορφέας, που έφτιαχνε καραβάκια από ξερά καλάμια και τα άφηνε στα ρυάκια να ταξιδεύουν.

Η Λήδα, που έραβε φτερά από λευκά πανιά και έλεγε: «Κάποτε θα πετάξω…» Δεν γνώριζαν ο ένας τον άλλον.

Μα οι δρόμοι τους αντάμωναν εκεί που οι ψυχές θυμούνται το καθήκον του φωτός: να προχωρούν ακόμη και μέσα απ’ τις σκιές.

Το χωριό τους δεν υπήρχε σε χάρτες. Ούτε αναφερόταν σε ειδήσεις. Κι όμως, κάτω από το χώμα, γεννιόταν κάθε μέρα κάτι καινούριο. Κάτι αθόρυβο, μα ακατάλυτο. Με καρδιές που δεν λύγισαν. Με ανθρώπους που δεν ζητούσαν το τέλος του ταξιδιού, μα τη σημασία του βήματος τους.

***********************************

Βαδίζουν εκείνοι που δεν ηττήθηκαν,

όχι γιατί δεν πόνεσαν

μα γιατί έκαναν τον πόνο του ψωμί

και τον μοίρασαν.

Βαδίζουν εκείνοι που άκουσαν

τη σιωπή πιο δυνατά απ’ τη βροντή

κι έσπειραν αγάπη σε γη πετρωμένη.

Βαδίζουν ακόμη κι ας μην τους βλέπεις.

Σαν φλόγες που επιμένουν να φωτίζουν

εκεί όπου όλα μοιάζουν να τελειώνουν.

Και η πορεία τους, μικρή ή μεγάλη,

γράφεται με γράμματα αόρατα

στα θέμελα του κόσμου:

Ο άνθρωπος μπορεί ακόμη. Αρκεί να προχωρά.

© Μίνα Μπουλέκου

Συγγραφέας-Ποιήτρια-Αρθρογράφος


Comments


bottom of page