top of page

Είχε σκοτεινιάσει από καιρό...


Από την πόλη της Ζακύνθου στην διασταύρωση που στρίβει αριστερά προς Μπόχαλη θα δεις ένα στενό πλακόστρωτο στα δεξιά σου και την πινακίδα Λόφος Στράνη.

Διασχίζοντας τα ιερά ελαιόδεντρα φτάνεις στην πύλη του και βρίσκεσαι σε ένα πάρκο με πολλά επίπεδα.

Σε αυτό το σύδεντρο εκπυρσοκροτούσε πάντα ένα φως που ανάγκαζε την αιώρηση από σμήνη πουλιών και επιφέροντας μια ανατάραξη ηρεμίας.

Κι έπειτα άρχιζε να βρέχει.

Ένας φυσικός ερευνητής θα έμενε αποσβολωμένος με τους ιριδισμούς που έκαναν τον χώρο ένα οπτικό φαινόμενο που ανέλυε το φως.

Και ένας οιωνοσκόπος, εξοικειωμένος με την τέχνη της προφητείας, θα μπορούσε εύκολα να αναγνώσει τα μελλούμενα μελετώντας την φύση.

Εκεί λοιπόν, σε αυτό το απαλό ανεμοβρόχι, το θρόισμα των φύλλων έμοιαζε να απαγγέλει στίχους από τις Ωδές του Κάλβου.

Κάποιες φορές, δίπλα από το ξεριζωμένο αείφυλλο πουρνάρι που άραζε ο Σολωμός γράφοντας για την Ελευθερία κάποιων Πολιορκημένων, σε αυτό το περιβόητο ύψωμα, που άπλωνε μπροστά σου τα νερά του Τσιλιβί, διαφαίνονταν, έστω αχνά, κάτω στο πλακόστρωτο έδαφος, κάποιες κηλίδες σαν ζωγραφιές βραδινής υγρασίας.

«Το να είσαι λουλούδι είναι βαθιά ευθύνη». Θυμόμουν αυτή την ωδή της Emily Dickinson διακρίνοντας μικρά άνθη στις πλάκες αυτού του εδάφους.

Για ώρες στο παγκάκι προσπαθούσες -εις μάτην- να αποκωδικοποιήσεις τα σημαίνοντα.

Και αυτή η ματαιότητα εξήπτε τον νου αναγκάζοντάς σε να κοιτάς όλο και πιο επίμονα.

Ένα μοναδικό κυμάτισμα ψυχικών παραστάσεων κάτι σαν τα μεθεόρτια μιας παρέας που το αλκοόλ την είχε «ξεράνει» και κάθε ρομαντισμός για την αγωνία ενός Θεού θα ήταν ανώφελος.

Για αυτήν την παρέα οι χαμηλές πτήσεις των γλάρων στην νοητή ευθεία, ήταν ένα ανάγνωσμα άνευ σημασίας.

Υπήρχαν θυμάμαι μερικά δέντρα που οι κισσοί τα αγκάλιαζαν τόσο σφιχτά που ένιωθες πως τα πνίγουν.

Αναμφιβόλως η ομορφιά του ειδυλλιακού κάμπου, που ξεχυνόταν μπροστά στα μάτια μας σαν μια φυσιολατρική έξαρση που έλκυε τις γνώμες των κάποιων ποιητών, θα παρέμενε ανερμήνευτη.

Πολλές φορές έτυχε να ήμουν μέλος αυτής της παρέας.

Moνίμως με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό για να δούμε τις διαθέσεις των καιρών.

Θυμάμαι πως, τιμωρώντας τον εαυτό μας υπό την επήρεια αλκοόλ, τις σύνθετες φωτοσκιάσεις να αποτελούν κέντρα αναφοράς άδηλων σημασιών.

Και τότε, κάποιοι από εμάς, αίφνης γίνονταν ήρωες λαϊκών θρύλων που είχαν μια μυστήρια καταγωγή.

Μια εξουθενωτική ευφορία τότε μάς έλεγε πάντα την αλήθεια.

Βλέπαμε τα δέντρα να επέκτειναν τα κλαδιά τους στον ουρανό και, σχεδόν πάντα, ένα μικρό παιδάκι σκαρφάλωνε ψηλά μήπως μπορέσει να αγγίξει το φεγγάρι.

Κι όταν έφτανε κοντά σε αυτό διαπίστωνε με χαρά πως αυτό που φώτιζε τις νύχτες του ήταν μια μεγάλη μπάλα που οι σκιάσεις της χάσης τής έδιναν ένα ακαθόριστο ημιτελές σχήμα.

Συχνά γινόταν κουβέντα για την ομορφιά του νησιού σαν ένα ολόγραμμα της φύσης.

Την άλλη μέρα όλοι μας, με την συνήθη σωματική δυσφορία, ψυχικά αποκλεισμένοι και μόνιμα περιστρεφόμενοι από το δίπολο μανία/κατάθλιψη, ταλαιπωρούμασταν από τις μετασεισμικές δονήσεις μιας ανυπόφορης ανίας που προκαλούσε το ποτό.

Πάντα θυμάμαι πως το επίκεντρο των μετασεισμών εστίαζε στο φρούριο της μετάνοιας.

Και τότε το νησί γινόταν μια ξηρά που περίσσευε και επέπλεε να βρει άλλη γη.

Και περνούσαν οι μέρες...

Και ξαναπίναμε ώστε να μην θυμόμαστε τι ήπιαμε τις προηγούμενες.

Ήμασταν αλυσοδεμένοι εν αγνοία μας αναμένοντας καρτερικά να σουρουπώσει για να αγγίξουμε την μήτρα του γυάλινου χείλους κάτι σαν μια κατάσταση αιώρησης στον αφρό του θανάτου.

Η ακρασία πλέον ήταν μέλος του ψυχισμού μας.

Προτιμούσαμε την ασφάλεια που οι ψευδαισθήσεις μάς χάριζαν απλόχερα.

Συχνά επιστρέφαμε τα σούρουπα στον Λόφο. Ελεύθεροι και Πολιορκημένοι μαζί.

Είχε σκοτεινιάσει από καιρό...



Σίμος Ιωσηφίδης 🌹


Comments


bottom of page