top of page

Δικαιοσύνη στην Δοκεία 🌹


«Δίκαια δράσας, συμμάχους έξεις θεούς.

Αν ενεργείς δίκαια, θα έχεις συμμάχους τους θεούς.»


Μένανδρος, Αρχαίος Έλληνας ποιητής (4ος αιών π.Χ.)


Δοκεία, 25 Ιανουαρίου 985 μ.Χ.


Το γλέντι κρατούσε καλά στην κατάμεστη κεντρική αίθουσα του Βυζαντινού Πύργου της Δοκείας. Ο πρωτεύων άρχοντας Πρωτόπαπας, που κάθονταν στην κεφαλή του τεράστιου δρύινου τραπεζιού περιτριγυρισμένος από τους τοπικούς άρχοντες της Δοκείας, γιόρταζε τα δωδέκατα γενέθλια της μοναχοκόρης του, Ελένης. Τα χαρούμενα γέλια από τους παρευρισκόμενους άρχοντες, πλημμύριζαν την λαμπερή αίθουσα και οι προπόσεις των συνδαιτυμόνων, για ευημερία διαδέχονταν η μια την άλλη. Δίπλα του από την μια μεριά κάθονταν η γυναίκα του, αρχόντισσα Ερμιόνη και από την άλλη μεριά, ο κουνιάδος του άρχοντας Κουτζοδάκτυλος. Το πελώριο τζάκι στο μέσο της αίθουσας, σπιθοβολούσε από την τεράστια φωτιά, με την ζεστασιά και την θαλπωρή της, να μεταφέρεται στις τέσσερις γρανιτένιες γωνιές της αίθουσας. Οι υπηρέτες πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα, γεμίζοντας το τραπέζι με λαχταριστά κρέατα, φρέσκα φρούτα, πολύχρωμες σαλάτες, φρέσκο κατσικίσιο τυρί και γλυκό ερυθρό κρασί.

Η περιτειχισμένη Δοκεία, ήταν χτισμένη στους πρόποδες του Ολγάσσυου όρους, εν μέσω κατάφυτων αμπελώνων και τρεχούμενων καταγάλανων νερών, από τις γάργαρες βουνίσιες πηγές. Ήταν ονομαστή, για το γλυκό κρασί της και τα κοφτερά μαχαίρια της, τα οποία μοσχοπουλιούνταν στις αγορές της ανατολής.

Καθώς ο άρχοντας Πρωτόπαπας είχε γυρίσει και μιλούσε με την χαμογελαστή σύζυγό του, ο κουνιάδος του, έριξε ένα χρυσοκόκκινο υγρό, στο ποτήρι κρασιού του. Ο μόνος που είδε την κίνηση του άρχοντα Παναγή ήταν η μελαχρινή Ελένη, η οποία πετάχτηκε από την θέση της και σπρώχνοντας τους παρευρισκόμενους, προσπάθησε να σταματήσει τον πατέρα της, από το να πιεί από το ασημένιο κύπελλο. Δυστυχώς όμως η μοίρα είχε αποφασίσει αλλιώς. Την στιγμή που έφτασε δίπλα στον πατέρα της, τον είδε να έχει μόλις στραγγίσει και την τελευταία σταγόνα από το κρασί του, κατά την προσφιλή συνήθεια του.

«Στιφό ήταν», είπε ο γκριζομάλλης άρχοντας κοιτάζοντας την κόρη του με περηφάνια.

«Πατέρα», πρόλαβε να πει η Ελένη και είδε έντρομη τον πατέρα της, να πέφτει στο πάτωμα, ενώ μαύρο αίμα έβγαινε από το στόμα του. Νεκρική σιωπή επικράτησε στην αίθουσα. Η Ελένη έπεσε στα γόνατα και αγκάλιασε τον ετοιμοθάνατο πατέρα της. Ο πατέρας της, με την τελευταία του πνοή έσφιξε δυνατά το δεξί χέρι της κόρης του. Η Ελένη έκλεισε τα μάτια του πατέρα της, έβαλε το αριστερό της χέρι πάνω στο διαμαντοστόλιστο μαχαίρι της ζώνης του πατέρα της και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τον προδότη θείο της. Ένα γυναικείο χέρι την ακούμπησε στον ώμο και άκουσε την φωνή της μητέρας της, «θυμήσου τις συμβουλές του πατέρα σου, δώσε τόπο στην οργή και επέλεξε εσύ τον τόπο και τον χρόνο της μάχης σου».

«Συλλυπητήρια αρχόντισσα μου», είπε ο ευτραφής άρχοντας Κουτζοδάκτυλος, ενώ έφευγε βιαστικά από την αίθουσα, ακολουθούμενους από τους δυο εξίσου σωματώδεις γιους του.

Η αρχόντισσα Ερμιόνη αγκάλιασε μια τελευταία φορά τον άντρα της, τον φίλησε στο μέτωπο και αρπάζοντας την κόρη της από το χέρι εγκατέλειψε την αίθουσα, με τους δύο γεροδεμένους ξανθούς Βαράγγους σωματοφύλακες τους, να τις ακολουθούν κατά πόδας. Την σκηνή την παρακολούθησαν όλοι οι άρχοντες με ανάμικτα συναισθήματα. Οι περισσότεροι θα ήθελαν να βοηθήσουν, όμως η Ελένη ήταν μικρή σε ηλικία για να την υποστηρίξουν. Αν η Ελένη και η μητέρα της έμεναν στο κάστρο, μέχρι την αυγή, ο θείος τις θα τις εξαφάνιζε. Οι μηχανορραφίες κινούσαν τα νήματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η φυγή ήταν η μόνη λύση.

Πιστοί υπηρέτες ετοίμασαν τέσσερα λευκά καθαρόαιμα αλόγα και οι τέσσερις φυγάδες έφυγαν καλπάζοντας από το κάστρο με την χλωμή πανσέληνο να φωτίζει την ξέφρενη πορεία τους….


Δοκεία, 4 Ιουλίου 1010 μ.X.


Μια μακριά σειρά, από αρματωμένους έφιππους στρατιώτες, προχωρούσε στον πολυταξιδεμένο χωματόδρομο, με κατεύθυνση την Δοκεία, κάτω από τον εκτυφλωτικό μεσημεριανό ήλιο της Μικράς Ασίας. Στην κεφαλή των στρατιωτών βρίσκονταν ο αυτοκράτορας της βυζαντινής Αυτοκρατορίας Βασίλειος Β’, ο Πορφυρογέννητος, της Μακεδονικής Δυναστείας. Φορούσε την λαμπερή πανοπλία του με ανάγλυφο τον δικέφαλο αετό στο στήθος του. Ο ιππέας πίσω από τον αυτοκράτορα κρατούσε στο χέρι του το αλικό λάβαρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας, με κεντρικό έμβλημα έναν δικέφαλο αετό στο χρώμα της ώχρας, που κρατούσε μια ρομφαία στο δεξί πόδι και μια υδρόγειο με σταυρό στην κορυφή στο αριστερό. Η πομπή βρίσκονταν πλέον κάτω από την σκιά του γρανιτένιου όγκου της οροσειράς Όλγασσυς, η οποία εκτείνεται για εκατό πενήντα χιλιόμετρα, με τις απόκρημνες κορυφές της, να έχουν υψόμετρο δύο χιλιάδων οχτακοσίων πενήντα επτά μέτρων.

Ξαφνικά μπροστά τους αντίκρισαν μια γυναίκα και ένα άντρα, με δύο θηριώδη καφέ ποιμενικά σκυλιά στο πλάι τους, να τους κλείνουν τον δρόμο. Ήταν μια μελαχρινή νεαρή γυναίκα και ένας πιο ηλικιωμένος γιγαντόσωμος ξανθός άντρας, ντυμένοι σαν μισθοφόροι και οπλισμένοι σαν αστακοί με σπαθιά, μαχαίρια, τσεκούρια και τόξα. Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, οι δυο περιπλανώμενοι είχαν περικυκλωθεί από κατάφρακτους ιππείς, με τις ατσαλένιες λόγχες τους, να απέχουν λίγα εκατοστά από τα χαμογελαστά πρόσωπα τους.

«Ποιος τολμάει να εμποδίσει την πομπή του αυτοκράτορα;» ρώτησε ο κοκκινομάλλης λοχαγός, με το πρόσωπο του κατακόκκινο από θυμό.

«Η Ελένη, η κόρη του άρχοντα Πρωτόπαπα της Δοκείας», απάντησε η ψηλή γυναίκα άφοβα. «Στις Υπηρεσίες του Αυτοκράτορα πάντα»

Και οι δυο διαβάτες, υποκλίθηκαν μπροστά στον αυτοκράτορα.

Ο αυτοκράτορας έφιππος, τους πλησίασε. «Ενδιαφέρον μαχαίρι κουβαλάς νεαρή», είπε ο Βασίλειος Β’ και έδειξε με το γαντοφορεμένο του χέρι, το διαμαντοστόλιστο δαμασκηνό εγχειρίδιο που ήταν περασμένο στην ζώνη της Ελένης.

«Δώρο του πατέρα μου, Αυτοκράτορα», απάντησε η χαμογελαστή γυναίκα.

«Του μοιάζεις», είπε ο Βασίλειος Β’. «Το μαχαίρι ήταν δώρο από εμένα στον πατέρα σου, όταν μου έσωσε την ζωή σε μια μάχη με τον Βάρδα Σκληρό το 979 μ.Χ. Είχε ακουστεί πως και εσύ και η μητέρα σου, είχατε χαθεί σε μια τρικυμία στην θάλασσα του Εύξεινου Πόντου με ένα ψαροκάικο, καθώς φεύγατε από το λιμάνι της Άμαστρις.»

«Ήταν ένα τέχνασμα που σκέφτηκε η μητέρα μου. Φίλοι του πατέρα μου, ντυμένοι με τους μανδύες μας ανέβηκαν στο καΐκι και αφού απέπλευσε το καΐκι, έδεσαν το πηδάλιο του καϊκιού για να έχει σταθερή πορεία προς την τρικυμία και πήδηξαν. Η μητέρα μου με την βοήθεια του θείου της, επισκόπου της Σεβαστείας, εισήχθη υπό μυστικότητα σαν μοναχή στην Μονή του Αγίου Αντωνίου. Ενώ εγώ, μαζί με τους δυο πιστούς Βαράγγους του πατέρα μου, εντάχθηκα σε ένα μισθοφορικό σώμα και γύρισα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια τις εσχατιές της αυτοκρατορίας.»

«Χαίρομαι που επιζήσατε νεαρή, πως μπορώ να σε βοηθήσω;»

«Καθώς ερχόμασταν από την Δοκεία με τους συντρόφους μου, αυτοκράτορα, εντοπίσαμε μια μεγάλη μισθοφορική δύναμη, ως επί τω πλείστων πέρσες, να έχει στήσει ενέδρα στο φαράγγι το οποίο είστε έτοιμοι να διασχίσετε. Είναι αρκετοί για να σας πετσοκόψουν»

Ο αυτοκράτορας κοίταξε την μικρή δύναμη στρατιωτών που τον συνόδευε και μετάνιωσε για την απόφαση του να περιοδεύσει το Θέμα της Παφλαγονίας, για να ελέγξει τα παράπονα για την φορολογία, με μόνο μια μικρή στρατιωτική δύναμη. Παρατήρησε όμως πως η Ελένη χαμογελούσε.

«Έχεις να προτείνεις κάποια λύση νεαρή», ρώτησε ο αυτοκράτορας σκεφτικός.

«Ναι. Έλρικ είναι ώρα» και κοίταξε τον ξανθό γίγαντα.

Ο Έλρικ ξεκρέμασε από την πλάτη του το μακρύ τόξο του, έβαλε ένα φλεγόμενο βέλος, στόχευσε ψηλά, άφησε την χορδή και το βέλος πέταξε ψηλά στον καταγάλανο ουρανό.

Οι άντρες που είχε αφήσει η Ελένη, στην είσοδο του φαραγγιού κοντά στους πέρσες, βλέποντας το φλεγόμενο βέλος, άρχισαν να εκτελούν το σχέδιο της. Μπουσουλώντας ανάμεσα στα ψηλά ξερά χόρτα, έβαλαν εστίες φωτιές σε αρκετά σημεία και άφησαν τον αέρα που φυσούσε προς το μέρος των περσών, να κάνει την υπόλοιπη δουλειά. Λόγω της υπερβολικής ζέστης του Ιουλίου και του ζεστού αέρα, οι μεμονωμένες εστίες φωτιάς, μεταμορφώθηκαν σε μια θηριώδη φωτιά, που άρχισε να κινείται απειλητικά προς τους πέρσες, αναγκάζοντας τους να εγκαταλείψουν άρον άρον τις θέσεις τους. Άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι προς την άλλη έξοδο του φαραγγιού.

Στο στόμιο του φαραγγιού, τους περίμεναν η φρουρά του αυτοκράτορα παραταγμένοι πεζοί, με τις ασπίδες τους να σχηματίζουν ένα ανυπέρβλητο τείχος, με τον Βασίλειο Β’ στο κέντρο του σχηματισμού. Οι υπόλοιποι άντρες της Ελένης που ήταν κρυμμένοι σε ένα δασάκι, είχαν ακροβολιστεί στους πρόποδες του φαραγγιού, εκατέρωθεν των βυζαντινών με τα τόξα τους έτοιμα. Οι πέρσες με το που αντίκρισαν τους βυζαντινούς, όρμησαν με αλαλαγμούς κραδαίνοντας τα κυρτά γιαταγάνια τους. Ένα ατσάλινο δάσος από λόγχες τους αντάμωσε και το τείχος από ασπίδες των βυζαντινών, άντεξε την επιθετική ορμή των περσών.

Οι λόγχες έσπασαν και αντικαταστάθηκαν από τις ατσάλινες λεπίδες των κατάφρακτων, ενώ τα αλλεπάλληλα κύματα από βέλη των Βαράγγων στις πλαγιές, θέριζαν τους πέρσες σαν στάχυα το κατακαλόκαιρο. Τα βέλη τελείωσαν και η Ελένη με μαχαίρι και σπαθί στο χέρι, οδήγησε τους πολεμιστές της εναντίων των περσών, με τα δύο πίστα της σκυλιά στο πλάι της, να πολεμάνε σαν λυσσασμένες λεοπαρδάλεις.

Οι πέρσες δεν οπισθοχώρησαν και συνέχισαν την απελπισμένη τους επίθεση. Το τέλος τους, όμως ήταν ήδη προδιαγεγραμμένο. Οι μαχητές του αυτοκράτορα, προστατευμένοι από τις πλατιές ασπίδες τους και την αλυσιδωτή αρματωσιά τους, τους απωθούσαν με αποφασιστικότητα. Οι Βαράγγοι διέλυαν τους σχηματισμούς των περσών, με τα κοφτερά τσεκούρια τους, ενώ η πύρινη λαίλαπα πλησίαζε τα νώτα των περσών. Στο τέλος, όσοι πέρσες είχαν επιζήσει, παραδόθηκαν. Μέσα σε μια ώρα η μάχη είχε τελειώσει, οι αιχμάλωτοι ασφαλίστηκαν με σιδερένιες αλυσίδες και άρχισαν να φροντίζουν τους τραυματίες ανεξαρτήτως παράταξης.

«Κάποια τελευταία επιθυμία πρώην πρωτεύοντα άρχοντα Κουτζοδάκτυλε;» ρώτησε ο αυτοκράτορας κοιτάζοντας τον τρομαγμένο άρχοντα, ο οποίος βρίσκονταν πεσμένος στο έδαφος, ανάμεσα στα πτώματα των δυο γιών του, με μια βαθιά θανατηφόρα πληγή στο στομάχι του.

«Έλεος αυτοκράτορα, εγώ είμαι τελειωμένος, έλεος για την γυναίκα μου και τις δυο κόρες μου.»

«Δεν είναι δική μου απόφαση, η απόφαση είναι της πρωτεύουσας αρχόντισσας Ελένης, της Δοκείας», απάντησε ο αυτοκράτορας, κοιτάζοντας με αηδία τον ετοιμοθάνατο άντρα.

Ο Κουτζοδάκτυλος κοίταξε φοβισμένος την ανιψιά του, που περιποιούνταν τις επιφανειακές πληγές, των δύο ποιμενικών σκυλιών της. Η Ελένη κοίταξε τον θείο της με οίκτο και απευθύνθηκε προς τον αυτοκράτορα.

«Ο πατέρας μου, μου έμαθε πως η πραγματική δύναμη ενός σοφού άρχοντα είναι η δυνατότητα του να συμπονάει τους συνανθρώπους του, ακόμα και αυτούς που στράφηκαν εναντίον του. Η γυναίκα σου θείε η Ασπασία και οι ξαδέρφες μου θα μονάσουν στην Μονή της Παντοβασίλισσας της Τρίγλιας υπό την επίβλεψη της ηγουμένης, της μητέρας μου. Δεν θα τους λείψει τίποτα. Η περιουσία σου θα δημευτεί, θα πωληθεί και τα χρήματα θα μοιραστούν σε όλους αυτούς που αδίκησες τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.»

«Σε ευχαριστώ ανιψιά», είπε ο Κουτζοδάκτυλος και έκλεισε τα μάτια του για πάντα.

Καθόλη την διάρκεια της μάχης, μαύρα σύννεφα είχαν καλύψει το ουράνιο στερέωμα. Μια αστραπή έσκισε τον συννεφιασμένο ουρανό και μια δυνατή καλοκαιρινή βροχή ξεκίνησε ξαφνικά, σβήνοντας την φωτιά που θέριευε μέσα στο φαράγγι. Όσο ξαφνικά ξεκίνησε η βροχή, έτσι ξαφνικά σταμάτησε και το πολύχρωμο ουράνιο τόξο, βγήκε πίσω από τον καταπράσινο όγκο της οροσειράς Όλγασσυς, που ήταν πλημμυρισμένη με πρασινωπά πεύκα, κυπαρίσσια και χαμηλούς θάμνους.

«Ενδιαφέρουσα ημέρα», αναλογίστηκε ο αυτοκράτορας φωναχτά, καθώς κοιτούσε τους βρεγμένους και τραυματισμένους πολεμιστές του, με την περίτεχνη πανοπλία του χτυπημένη σε διάφορα σημεία και τα μελαχρινά μαλλιά του να στάζουν βρόχινο νερό. «Ανακαλύψαμε έναν προδότη, πολεμήσαμε μέσα στην φωτιά και δροσιστήκαμε από την καταιγίδα. Θεωρώ πως ήρθε η ώρα να φάμε κάτι ζεστό και να πιούμε ένα ποτήρι κρασί. Αν συμφωνεί βέβαια να μας φιλοξενήσει στο κάστρο της, η πρωτεύουσα αρχόντισσα της Δοκείας »

Όλων τα βλέμματα στράφηκαν προς την Ελένη.

«Θα το θεωρούσα τιμή μου, αυτοκράτορα», απάντησε η Ελένη και υποκλίθηκε μπροστά του με έναν κατακόκκινο αυτοσχέδιο επίδεσμο να καλύπτει μια άσχημη πληγή στο μέτωπο της, που θα γίνονταν μια χαρακτηριστική ουλή στα μετέπειτα χρόνια.

Μια ιαχή βγήκε αυθόρμητα από τους παρευρισκόμενους χαμογελαστούς πολεμιστές, «Ζήτω ο Αυτοκράτορας». Λεπίδες και τσεκούρια υψώθηκαν κάτω από τον γαλάζιο ουρανό.

Μέσα σε λίγη ώρα οι νεκροί πέρσες ενταφιάστηκαν και ένας χωμάτινος τύμβος υψώθηκε στην άκρη του φαραγγιού για να μνημονεύει την νίκη του Αυτοκράτορα. Οι τραυματίες φορτώθηκαν στις άμαξες μαζί με τις ανατολίτικες πανοπλίες, τις μικρές στρογγυλές περσικές ασπίδες, τα ημικυκλικά σκυθικά τόξα, τα κοφτερά ξίφη των περσών και η πορεία των στρατιωτών ξεκίνησε, διασχίζοντας το φαράγγι με μισοσβησμένες εστίες φωτιάς, να καπνίζουν σε διάφορα σημεία δημιουργώντας ένα ζοφερό περιβάλλον, με τους δύο ποιμενικούς σαν εμπροσθοφυλακή να γαβγίζουν χαρούμενα μπροστά από την πομπή.

Σχεδόν όλοι οι στρατιώτες, ακόμα και ο αυτοκράτορας είχαν, μώλωπες και πληγές σε διάφορα σημεία του σώματός τους, με πρόχειρους υφασμάτινους επιδέσμους, να κοσμούν τα κουρασμένα τους σώματα. Καμία από τις λαμπερές λόγχες δεν είχε επιζήσει από την μάχη και οι πανοπλίες τους ήταν τόσο στραπατσαρισμένες, που ήταν λες και διέσχισαν τις συμπληγάδες πέτρες, με την «ΑΡΓΩ», των αργοναυτών του Ιάσωνα. Παρ' όλ' αυτά όμως έβλεπες χαρούμενα πρόσωπα, πειράγματα μεταξύ των κατάφρακτων και των Βαράγγων και δερμάτινα φλασκιά με υδρομέλι να αλλάζουν αστραπιαία χέρια, με τον αυτοκράτορα να κάνει πως δεν παρατηρεί τίποτα.

Είχαν πολεμήσει έναν υπεράριθμο εχθρό, είχαν επικρατήσει και τώρα απολάμβαναν την ανάπαυλα ανάμεσα στις μάχες. Έτσι χαμογελαστοί, εισήλθαν στην μεγαλόπρεπη Δοκεία, με τις πορτοκαλί ακτίνες του ήλιου που έδυε, να αγκαλιάζουν την περιτειχισμένη πόλη και με το αλικό λάβαρο του δικέφαλου αετού, να κυματίζει αγέρωχα πάνω από τις επάλξεις της.




Γεώργιος Παλαιστής 🌹





Comments


bottom of page