Απόγνωση κι ελπίδα

Βυθίστηκε ο ήλιος,
στον γκρίζο ουρανό,
σκοτάδι απλώνεται,
κλίμα μαύρο και θαμπό.
Κρανίου τόπος η γής,
σαν και την καρδιά της,
το πρόσωπο της έκρυψε,
στα χέρια τα δικά της.
Πονεί μέσα η ψυχούλα της,
κι όλα τα βλέπει μαύρα,
ο ήλιος της θαμπώθηκε,
χωρίς φωτιά και λαύρα.
Ένα ρολόι ανέκφραστο,
με στάσιμους τους δείκτες,
μετρά στιγμές ανύπαρκτες,
μέσ’ της ψυχής τις κρύπτες.
Σκυφτή μέσα στο άγνωστο,
με το μυαλό στραμμένο,
και μιά καρέκλα αδειανή,
σπίτι εγκατελειμμένο.
Μπροστά στον θρήνο της ψυχής,
ο ηλίανθος μαραίνει,
υποκλίνεται στον πόνο της,
για ότι της συμβαίνει.
Γύρω της όλα σκοτεινά,
μιά γή ξεραμένη,
σαν την ψυχή της που πονεί,
που πάντα περιμένει...
Κι αν είναι όλα σκοτεινά,
κι αν καίγεται η καρδιά της,
μικρή λιμνούλα βρέθηκε,
ξάφνου εκεί μπροστά της.
Λίγο νερό σαν βρέθηκε,
σ’ αυτή όλη την ξέρα,
δίνει ελπίδα στη ψυχή,
αναπνέει...ήλιο και αέρα.
Με τα μάτια της ψυχής,
σκυφτή κάτω στο χώμα,
δυό χέρια πλησιάζουνε,
είναι εκεί ακόμα...
Απόγνωση η διαδρομή,
και στην πορεία θλίψη,
η ελπίδα στην ψυχή,
δεν θα εγκαταλείψει....
Αντρούλα Θεοκλή Νικηφόρου 🌹





Comments