top of page

"Απουσία"


Την πρώτη φορά που τον είδα, ήταν τρεις και δεκαεπτά το πρωί.


Δεν ξέρω γιατί θυμάμαι την ώρα.


Ίσως επειδή από εκείνη τη νύχτα και μετά, κάθε φορά που κοιτάζω το ρολόι και βλέπω 3:17, νιώθω πως κάποιος στέκεται πίσω μου.



Εκείνο το βράδυ καθόμουν μόνος στο σαλόνι.


Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Μόνο το φως από τον δρόμο περνούσε μέσα από τις γρίλιες και έκοβε το πάτωμα σε λεπτές, γκρίζες λωρίδες.


Δεν μπορούσα να κοιμηθώ γιατί τη σκεφτόμουν.


Πάλι. Δεν την ήθελα πίσω · αυτό έλεγα στον εαυτό μου. Δεν την ήθελα, μου έλειπε μόνο, και υπήρχε διαφορά, ή τουλάχιστον έτσι προσπαθούσα να πιστέψω.



Πήγα στην κουζίνα να πιω νερό. Όταν επέστρεψα, τον είδα.



Καθόταν στην πολυθρόνα, στην απέναντι γωνία, δίπλα από την σόμπα.


Ένας άντρας με μαύρο παλτό…. Μα δεν είχα ακούσει την πόρτα, δεν είχα ακούσει βήματα.


Απλώς ήταν εκεί.



«Ποιος είσαι;» Δεν απάντησε.


«Πώς μπήκες εδώ;» Σήκωσε αργά το κεφάλι.



Δεν μπορούσα να δω καθαρά το πρόσωπό του, σαν να το έκρυβε μια σκιά.



«Δεν με θυμάσαι;» ρώτησε.


Η φωνή του ήταν παράξενα γνώριμη.


«Όχι.» Χαμογέλασε.


«Φυσικά και όχι.»


Σηκώθηκε. Πέρασε δίπλα μου χωρίς να με αγγίξει κι’ όμως, ένιωσα το σώμα μου να παγώνει.



Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο.


«Την σκέφτεσαι ακόμα.» Δεν ήταν ερώτηση.


«Πού το ξέρεις;»


«Επειδή κάθε φορά που τη σκέφτεσαι, με φωνάζεις.»



Την επόμενη μέρα προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως ήταν όνειρο. Μέχρι που βρήκα το φλιτζάνι της πάνω στο τραπέζι. Το παλιό της φλιτζάνι, αυτό που είχα πετάξει μήνες πριν. Ή τουλάχιστον έτσι θυμόμουν.


Το πήρα στα χέρια μου και τότε συνέβη κάτι παράξενο.



Δεν μπορούσα να θυμηθώ τη φωνή της.


Ήξερα ότι κάποτε την ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να την ακούσω πλέον μέσα στο μυαλό μου.



Προσπάθησα ξανά. Τίποτα, μόνο σιωπή.



Το βράδυ εμφανίστηκε ξανά, στην ίδια πολυθρόνα.


«Τι μου έκανες;»


«Τίποτα.»


«Δεν θυμάμαι τη φωνή της.»


«Ήταν δική σου ανάμνηση.»


«Τότε γιατί χάθηκε;»


Με κοίταξε.


«Επειδή μου την έδωσες.»


«Δεν σου έδωσα τίποτα.»


«Μου δίνεις πράγματα κάθε φορά που λες πως θέλεις να ξεχάσεις.»


Ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό.


«Ποιος είσαι;»


Αυτή τη φορά πλησίασε.


Το πρόσωπό του παρέμενε σκοτεινό.


«Η Απουσία.»


Γέλασα νευρικά.


«Δεν υπάρχεις.»


«Κι όμως, κάθε βράδυ με περιμένεις!»



Τις επόμενες εβδομάδες άρχισα να χάνω από τα κομμάτια της.


Όχι εκείνην, τις λεπτομέρειες που την θύμιζαν.


Πρώτα τη φωνή της, μετά το ιδιαίτερο άρωμα της· ύστερα τον τρόπο που γελούσε και έλαμπε όλο της το πρόσωπο.



Κάποτε προσπάθησα να θυμηθώ πώς ήταν τα χέρια της μέσα στα δικά μου. Δεν μπορούσα.


Άνοιξα παλιά μηνύματα. Διάβασα τις λέξεις, που ήξερα πως τα είχα γράψει εγώ, για εκείνην!



Αλλά το συναίσθημα πίσω από τις λέξεις είχε φύγει..



«Σταμάτα!» φώναξα.


Η Απουσία στεκόταν στην πόρτα.


«Εσύ το ήθελες.»


«Ήθελα να πάψει να μου λείπει!»


«Και τώρα;»


Δεν απάντησα.


«Τώρα φοβάσαι μήπως πάψει να υπάρχει μέσα σου.»


Κάθισε απέναντί μου.


«Δεν σου παίρνω εκείνη.»


«Τότε τι μου παίρνεις;»



Για πρώτη φορά το πρόσωπό του φωτίστηκε.


Και είδα τα μάτια του…


Ήταν τα δικά μου.


«Εσένα», είπε.




Πέρασε ένας χρόνος· Ίσως δύο, δεν θυμάμαι.


Ένα απόγευμα τη συνάντησα.


Στεκόταν απέναντί μου στον δρόμο.


Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς μας.


Εκείνη χαμογέλασε.



«Εσύ…»


Χαμογέλασα κι εγώ.


«Γεια.»



Με κοίταξε σαν να προσπαθούσε να βρει μέσα στο πρόσωπό μου κάποιον που γνώριζε.


«Πώς είσαι;»


«Καλά.»


«Χαίρομαι.»


Έκανε να φύγει.


«Περίμενε.» Γύρισε !!



Δεν ήξερα γιατί την σταμάτησα. Ίσως επειδή, κάπου βαθιά μέσα μου, υπήρχε ακόμα κάτι.


«Θυμάσαι…»


Σταμάτησα.


«Τι;»


Κούνησα το κεφάλι.


«Τίποτα.»


Χαμογέλασε ξανά. Και τότε είπε:


«Ακόμα καίς το φαγητό;»


Έμεινα ακίνητος. Και ξαφνικά θυμήθηκα!



Την κουζίνα, το μικρό διαμέρισμα που μέναμε μαζί, το γάργαρο γέλιο της, το καμένο φαΐ στην κατσαρόλα· τη φωνή της «Δεν είναι καμένο αγάπη μου, καψαλισμένο λίγο! Ας πάρουμε από έξω απόψε!»



Τα μάτια της … που μου έλεγαν την αλήθεια της! Όλα ήταν εκεί!! Για μία μόνο στιγμή!!



Και όταν την κοίταξα ξανά, δάκρυσα.


«Το θυμήθηκες;» ρώτησε.


«Ναι.»


«Τότε να είσαι καλά.»



Έφυγε….Δεν την ακολούθησα. Δεν την κάλεσα.


Δεν της είπα πως μου έλειπε.



Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν μου έλειπε πια.


Μου έλειπε ο άνθρωπος που ήμουν όταν με αγαπούσε.




Το βράδυ γύρισα σπίτι. Άναψα το φως.


Η πολυθρόνα ήταν άδεια. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό.



Πήγα στην κουζίνα και αν και αργά έφτιαξα καφέ και καθησα στον καναπέ - απέναντι από την πολυθρόνα.



Κοίταξα το ρολόι. 3:17. Περίμενα.


Τίποτα.


«Δεν θα έρθεις;» ψιθύρισα.


Μια φωνή ακούστηκε πίσω μου.


«Δεν χρειάζεται πια.»



Γύρισα. Ήταν εκεί.



Η Απουσία.


Μόνο που αυτή τη φορά δεν φορούσε το μαύρο παλτό. Φορούσε τα δικά μου ρούχα, το δικό μου πρόσωπο, είχε τα δικά μου μάτια.



Με κοίταξε.


«Ποιος είσαι;» ρώτησα.


Χαμογέλασε.


«Εσύ.»


Έκανε ένα βήμα πίσω.


«Εγώ ήμουν ο άνθρωπος που έμεινε εκεί όπου εσύ έφυγες.»


Δεν μίλησα.


«Και τώρα;»


«Τώρα μπορείς να φύγεις κι εσύ.»


«Πού;»


«Μπροστά.»



Και τότε κατάλαβα.


Η Απουσία δεν ήταν ποτέ εκείνη. Δεν ήταν η γυναίκα που έφυγε.


Δεν ήταν η αγάπη που τελείωσε.


Δεν ήταν ούτε οι αναμνήσεις.


Ήταν εγώ.


Το κομμάτι μου που είχε μείνει να περιμένει.


Το κομμάτι μου που πίστευε πως, αν κρατούσε αρκετά δυνατά το παρελθόν, κάποιος θα γύριζε.



Το κομμάτι μου που φοβόταν πως αν ξεχνούσε, θα σήμαινε πως όσα ζήσαμε δεν ήταν αληθινά.



Κοίταξα την πολυθρόνα.


Ήταν άδεια.


Και για πρώτη φορά, αυτό δεν με τρόμαξε.



Άνοιξα την πόρτα. Έξω είχε αρχίσει να ξημερώνει.


Προχώρησα στον δρόμο. Δεν κοίταξα πίσω.



Κι αν κάποιος με ρωτούσε εκείνη τη στιγμή τι απέγινε η γυναίκα που κάποτε έκανε την καρδιά μου να νιώθει σαν στο σπίτι της, θα του έλεγα:



«Δεν ξέρω.»


Και θα ήταν η πρώτη φορά που αυτή η απάντηση δεν θα έκρυβε πόνο. Μόνο αλήθεια.




Μαρία Μίτα Νικολάου 🌹


«Απουσία»


Comments


bottom of page