top of page

Αναπάντητες σιωπές ...


Ο διάδρομος μύριζε ακόμη καφέ όταν γύρισα στο σπίτι. Άφησα τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι και κοίταξα το κινητό μου πριν καν βγάλω τα παπούτσια. Τίποτα. Ούτε ένα μήνυμα.


Μόνο εκείνη η παλιά μας φωτογραφία στην οθόνη μου θυμίζει πως κάποτε μιλούσαμε ασταμάτητα, λες και φοβόμασταν τη σιωπή.



Τώρα υπάρχει ένας ωκεανός σιωπής ανάμεσά μας.


Όχι από αυτούς που κοιτάς και θαυμάζεις∙ από αυτούς που σε καταπίνουν αργά, χωρίς θόρυβο, χωρίς κύματα.


Κάποτε οι λέξεις έφταναν εύκολα από εμένα σε εσένα, σαν μικρά καράβια γεμάτα ζωή. Τώρα βυθίζονται πριν καν ξεκινήσουν.



Και εγώ μένω εδώ, στην άκρη της δικής σου σιωπής, να παλεύω να κρατήσω το κεφάλι μου πάνω από το νερό.


Να αναρωτιέμαι αν με ακούς, αν με νιώθεις, αν βλέπεις πως πνίγομαι κάθε μέρα λίγο περισσότερο μέσα σε όσα δεν λέγονται.



Η σιωπή σου δεν είναι απουσία ήχου.


Είναι απόσταση. Είναι ένα “μακριά” που δεν μετριέται σε χιλιόμετρα αλλά σε χαμένα βλέμματα, σε ανείπωτες σκέψεις, σε αγγίγματα που δεν δόθηκαν ποτέ.


Είναι και αυτή η περίεργη σιωπή που έχει εγκατασταθεί ανάμεσά μας, όπως ακριβώς ο ωκεανός που χωρίζει πατρίδες…


Στην αρχή δεν τον πρόσεξα. Ήταν μικρά κύματα. Οι απαντήσεις σου έγιναν πιο σύντομες. Τα “καληνύχτα” έχασαν τη ζεστασιά τους. Τα τηλεφωνήματα λιγόστεψαν χωρίς εξήγηση, σαν κάποιος να χαμήλωνε σιγά σιγά τον ήχο στη ζωή μας. Κι εγώ έκανα πως δεν το βλέπω ή μάλλον έβρισκα δικαιολογίες για όλα.


“Είναι πολυάσχολος .” "Έχει πολλά στο μυαλό του.” “Θα περάσει.”



Μα υπάρχουν αποστάσεις που δεν φαίνονται · και βρίσκεσαι ξαφνικά να φωνάζεις σε μία ακτή και δεν έρχεται πίσω ούτε αντίλαλος.



Βρέχει… Αγαπούσες τη βροχή και τους ήχους της. Κάθομαι στο πάτωμα του σαλονιού, με την λευκή κουρελού να σκεπάζει λίγο τα γυμνά μου πόδια, τα φώτα κλειστά, ακούω μόνο τη βροχή να χτυπάει τα τζάμια.



Για πρώτη φορά παραδέχτηκα αυτό που φοβόμουν μήνες τώρα… Δεν ήξερα πια πώς να φτάσω κοντά σε εσένα.



Άνοιξα τη συνομιλία μας. Τα τελευταία μηνύματα έμοιαζαν ξένα, τυπικά, άδεια…


Κράτησα το δάχτυλό μου πάνω στο πληκτρολόγιο.


«Μου λείπεις», έγραψα. Το κοίταζα για πολλη ώρα, ήθελα να γράψω και άλλα , ίσως πολλά, αλλά αυτό μόνο έλεγε όλα όσα ήθελε η καρδιά μου να φωνάξει.


Μια μεγάλη αστραπή έκανε τον χώρο να φωτιστεί απότομα! Κοίταξα την ώρα στην οθόνη του κινητού….Έντεκα και δεκαοκτώ λεπτά, και το μήνυμα φάνηκε πάλι εκεί να περιμένει την αποστολή του.



Δεν το έστειλα. Ποτέ…



Δεν φοβήθηκα την απάντηση · αλλά τη σιωπή που μπορεί να ακολουθούσε.


Ποιος ξέρει· μπορεί η σιωπή να με μάθει να ακούω τους ήχους της ζωής πολύ διαφορετικά από ότι φανταζόμουν ότι μπορούσα, να μου δίνεις την ευκαιρία με τη σιωπή σου να ζήσω όσα δεν είχα πιστέψει ποτέ ότι θα μπορούσα να ζήσω, και ας μου λείπεις…



Μαρία Μίτα Νικολάου 🌹


Μάιος 2026


Comments


bottom of page