Αθόρυβη χαρακιά στο σκοτάδι

Ήταν εκείνη η σταγόνα,
η επίμονη, η αόρατη σταγόνα
που έπεφτε τις νύχτες πάνω στον σκληρό βράχο,
τότε που όλοι κοιμόντουσαν
κι εμείς πιστεύαμε πως τίποτα δεν προχωράει.
Σταματήσαμε πια να μετράμε.
Ξεχάσαμε τους αριθμούς, τα χρονοδιαγράμματα,
τα «πόσα προλάβαμε» και τα «τι καταφέραμε».
Όλα αυτά ήταν για τους άλλους.
Για μας έμεινε μόνο ένα ερώτημα,
ένα ερώτημα που επιμένει στα σκοτεινά δωμάτια.
Με ποιους έζησες;
Ποιους κοίταξες στα μάτια χωρίς να φοβηθείς;
Ποιου το χέρι κράτησες όταν άλλαζαν οι εποχές.
Οι παλιοί μας φίλοι χανόντουσαν ένας-ένας
στους δικούς τους, αλλοπρόσαλλους δρόμους.
Ο χρόνος δεν είναι ποτάμι να προσπεράσει.
Ο χρόνος είναι ο σμιλευτής.
Ένας γλύπτης υπομονετικός, χωρίς βιασύνη,
που μας πελεκάει σιγά-σιγά,
μας αφαιρεί το περιττό,
μας λειαίνει τις γωνίες,
έως ότου γίνουμε αυτό ακριβώς που αγαπήσαμε.
Εκείνες τις στιγμές τις θυμάσαι;
Ένα φιλί στη στάση του λεωφορείου,
μια αγκαλιά κάτω από τη βροχή,
εκείνο το «μείνε λίγο ακόμα»
που ειπώθηκε χαμηλόφωνα,
σχεδόν ψιθυριστά, σαν συνθηματικό.
Μην πιστεύεις πως πέθαναν επειδή πέρασαν.
Δεν τις κρατάει η μνήμη, η μνήμη είναι εύθραυστη,
προδίδει, ξεχνάει ονόματα και ημερομηνίες.
Τις κρατάει η ψυχή
Και η ψυχή δεν ξεχνάει ποτέ ό,τι τη μεγάλωσε.
Δεν είμαστε μόνο δέκτες αυτού του κόσμου.
Δεν είμαστε μόνο οι επιζώντες μιας ακόμη ήττας.
Είμαστε και πηγές.
Το ξέρω, είναι δύσκολο να το πιστέψεις σήμερα,
μέσα σε τόση σιωπή και τόση συννεφιά.
Κι όμως, ένα χαμόγελο, ένα αληθινό χαμόγελο,
έχει ακόμη τη δύναμη να φωτίσει ένα υπόγειο,
να ζεστάνει μια καρδιά που πάγωσε νωρίς,
να δώσει ελπίδα εκεί
που δεν υπήρχε πια κανένας λόγος.
Γι’ αυτό σου λέω, μη σταματάς.
Σκόρπισε αυτό το ελάχιστο φως που σου απέμεινε
Δώσε χρόνο στους ανθρώπους σου.
Δεν έχει σημασία πόσο σκληρός είναι ο βράχος.
Η συνέπεια τον λυγίζει. Η επιμονή.
Κι ίσως, χωρίς ποτέ να το μάθεις,
να άλλαξες τη ζωή κάποιου
που σε κοιτούσε σιωπηλά από απέναντι
και περίμενε ακριβώς αυτό,
μια αθόρυβη χαρακιά στο σκοτάδι.
© Παναγιώτης Κουμουνδούρος





Comments