top of page

Ένας Δεκαπενταύγουστος


ΕΝΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ..

Αχνόφεγγε έξω , πλησίαζε η όμορφη ανατολή να τα φωτίσει όλα με τον τρόπο που μόνο

εκείνη ξέρει. Άστραφταν τα κάτασπρα χαμόσπιτα , με την παράξενη ομορφάδα τους , με τα

λιγοστά δέντρα έτσι όπως χαιρέτιζαν το φως.

Ήχησε μέσα της ξαφνικά η φωνή του άντρα της ‘’ Πού να τρέχεις τώρα βρε γυναίκα , σε

τάματα και ιστορίες. Πάρτο απόφαση , δεν έρχεται το παιδί , τελείωσε.’’ Κατέληξε ,

γυρίζοντας το πρόσωπό του για να μη φανεί το δάκρυ που κύλησε και προδοθεί στην

Αρετή. Ο άνθρωπος που νοιάζεται όμως , καταλαβαίνει. ‘’Δεν πειράζει Σπύρο , εγώ θα πάω

κι ας μη γίνει. Το ζητά η ψυχή μου!’’ κι έκλεισε τη πόρτα πίσω της για το μακρύ ταξίδι.

Απρόβλεπτος ο καιρός , τα μελτέμια του Αυγούστου , το ‘ξερε. Προσευχόταν όλη νύχτα , στη

στενή καμπίνα , έτσι όπως πάλευαν με τα κύματα. Όταν πήρε να ξημερώνει , αναθάρρησε.

‘’Φτάνουμε!’’. Ετοιμάστηκε γρήγορα και κατέβηκε πρώτη , μόλις έδεσε το καράβι. ‘’Τήνος!’’

φώναξε ο λοστρόμος.

Λες και μια κοσμοπλημμύρα ξεχύθηκε , παίρνοντας ένα δρόμο , αυτόν της εκκλησιάς.

Χαιρετούσε ο ένας τον άλλον με χαρά κι ελπίδα. ‘’Καλή Παναγιά να’ χουμε!’’. Δύσβατο το

μονοπάτι , ανηφορικό. Το νησί μόλις άρχιζε να αναπτύσσεται τουριστικά κι άλλαζε όψη.

Σκελετοί από μπετόν τους χαιρετούσαν στην ανάβαση , προορισμένοι για ξενοδοχεία. Η

Αρετή έβαλε την μαντήλα της. Ο ήλιος αφόρητος. Ακολουθούσε μια οικογένεια που η μάνα

είχε στην αγκαλιά της ένα βρέφος. ‘’Μακάρι να ζούσα κι εγώ αυτή την αγκαλιά!’’ σκέφτηκε

η Αρετή και σκίρτησε η καρδιά της.

Κάποια στιγμή , το πλήθος έφτασε στα πρώτα σκαλοπάτια. Μακρύς ο δρόμος , σαν την

Σταύρωση , έλεγε ο λαός. Σε κάθε βήμα , η Αρετή κοντοστεκόταν κι ας την προσπερνούσαν

οι άλλοι. Αναλογιζόταν όλα αυτά τα χρόνια , κάθε στιγμή , κάθε νύχτα μαρτυρική , το παιδί

που έχασε κι ήταν σαν να ξεριζώθηκε η καρδιά της. Τη μάνα τους που την σφιχταγκάλιαζε

και την παρηγορούσε. Τον άντρα της , που τον κεντούσε αυτό το αγκάθι κάθε μέρα.

Άφθονα τα δάκρυα.

Όταν έφτασε στην είσοδο της εκλησσιάς , σήκωσε το κεφάλι ψηλά. ‘’Φτάνει πια το σκοτάδι!

Βόηθα Παναγιά μου , να φύγει απ’ τη ζωή μου!’’ Ατένισε τον ήλιο κατάματα και χώθηκε με

το πλήθος στο ναό. Ούτε κερί δεν πρόλαβε ν’ ανάψει. Μόλις αντίκρισε τη μορφή της Θείας

Μητέρας , προσκύνησε κι έφυγε όπως ήλθε.

Ίσα που πρόλαβε να πιει ένα καφέ στο λιμάνι , απολαμβάνοντας την ευωδιά απ’ τις

μπουκαμβίλιες κι επιβιβάστηκε στο πλοίο.

Αποχαιρέτησε την Τήνο που την έβλεπε να χάνεται στο βάθος. Ακολούθησε ένας βαθύς

ύπνος, δίχως όνειρα , μέχρι που το καράβι έπιασε λιμάνι.

‘’Λοιπόν , πώς πήγε Αρετή; Έγινε το θαύμα; Την υποδέχθηκε ο άντρας της. ‘’Ναι καλέ μου ,

έγινε μέσα μου."


Τέσσερις μήνες μετά , μια ανάσα απ’ τα Χριστούγεννα , η Αρετή ήταν στο γυναικολόγο κι

επιβεβαιωνόταν για την έλευση του παιδιού.

Γιατί το Φως πάντα κερδίζει το σκοτάδι..




Στέλλα Σωτήρκου

Comments


bottom of page