Ένας Δεκαπενταύγουστος
- ΣΤΕΛΛΑ ΣΩΤΗΡΚΟΥ

- Aug 14, 2025
- 2 min read

ΕΝΑΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ..
Αχνόφεγγε έξω , πλησίαζε η όμορφη ανατολή να τα φωτίσει όλα με τον τρόπο που μόνο
εκείνη ξέρει. Άστραφταν τα κάτασπρα χαμόσπιτα , με την παράξενη ομορφάδα τους , με τα
λιγοστά δέντρα έτσι όπως χαιρέτιζαν το φως.
Ήχησε μέσα της ξαφνικά η φωνή του άντρα της ‘’ Πού να τρέχεις τώρα βρε γυναίκα , σε
τάματα και ιστορίες. Πάρτο απόφαση , δεν έρχεται το παιδί , τελείωσε.’’ Κατέληξε ,
γυρίζοντας το πρόσωπό του για να μη φανεί το δάκρυ που κύλησε και προδοθεί στην
Αρετή. Ο άνθρωπος που νοιάζεται όμως , καταλαβαίνει. ‘’Δεν πειράζει Σπύρο , εγώ θα πάω
κι ας μη γίνει. Το ζητά η ψυχή μου!’’ κι έκλεισε τη πόρτα πίσω της για το μακρύ ταξίδι.
Απρόβλεπτος ο καιρός , τα μελτέμια του Αυγούστου , το ‘ξερε. Προσευχόταν όλη νύχτα , στη
στενή καμπίνα , έτσι όπως πάλευαν με τα κύματα. Όταν πήρε να ξημερώνει , αναθάρρησε.
‘’Φτάνουμε!’’. Ετοιμάστηκε γρήγορα και κατέβηκε πρώτη , μόλις έδεσε το καράβι. ‘’Τήνος!’’
φώναξε ο λοστρόμος.
Λες και μια κοσμοπλημμύρα ξεχύθηκε , παίρνοντας ένα δρόμο , αυτόν της εκκλησιάς.
Χαιρετούσε ο ένας τον άλλον με χαρά κι ελπίδα. ‘’Καλή Παναγιά να’ χουμε!’’. Δύσβατο το
μονοπάτι , ανηφορικό. Το νησί μόλις άρχιζε να αναπτύσσεται τουριστικά κι άλλαζε όψη.
Σκελετοί από μπετόν τους χαιρετούσαν στην ανάβαση , προορισμένοι για ξενοδοχεία. Η
Αρετή έβαλε την μαντήλα της. Ο ήλιος αφόρητος. Ακολουθούσε μια οικογένεια που η μάνα
είχε στην αγκαλιά της ένα βρέφος. ‘’Μακάρι να ζούσα κι εγώ αυτή την αγκαλιά!’’ σκέφτηκε
η Αρετή και σκίρτησε η καρδιά της.
Κάποια στιγμή , το πλήθος έφτασε στα πρώτα σκαλοπάτια. Μακρύς ο δρόμος , σαν την
Σταύρωση , έλεγε ο λαός. Σε κάθε βήμα , η Αρετή κοντοστεκόταν κι ας την προσπερνούσαν
οι άλλοι. Αναλογιζόταν όλα αυτά τα χρόνια , κάθε στιγμή , κάθε νύχτα μαρτυρική , το παιδί
που έχασε κι ήταν σαν να ξεριζώθηκε η καρδιά της. Τη μάνα τους που την σφιχταγκάλιαζε
και την παρηγορούσε. Τον άντρα της , που τον κεντούσε αυτό το αγκάθι κάθε μέρα.
Άφθονα τα δάκρυα.
Όταν έφτασε στην είσοδο της εκλησσιάς , σήκωσε το κεφάλι ψηλά. ‘’Φτάνει πια το σκοτάδι!
Βόηθα Παναγιά μου , να φύγει απ’ τη ζωή μου!’’ Ατένισε τον ήλιο κατάματα και χώθηκε με
το πλήθος στο ναό. Ούτε κερί δεν πρόλαβε ν’ ανάψει. Μόλις αντίκρισε τη μορφή της Θείας
Μητέρας , προσκύνησε κι έφυγε όπως ήλθε.
Ίσα που πρόλαβε να πιει ένα καφέ στο λιμάνι , απολαμβάνοντας την ευωδιά απ’ τις
μπουκαμβίλιες κι επιβιβάστηκε στο πλοίο.
Αποχαιρέτησε την Τήνο που την έβλεπε να χάνεται στο βάθος. Ακολούθησε ένας βαθύς
ύπνος, δίχως όνειρα , μέχρι που το καράβι έπιασε λιμάνι.
‘’Λοιπόν , πώς πήγε Αρετή; Έγινε το θαύμα; Την υποδέχθηκε ο άντρας της. ‘’Ναι καλέ μου ,
έγινε μέσα μου."
Τέσσερις μήνες μετά , μια ανάσα απ’ τα Χριστούγεννα , η Αρετή ήταν στο γυναικολόγο κι
επιβεβαιωνόταν για την έλευση του παιδιού.
Γιατί το Φως πάντα κερδίζει το σκοτάδι..
Στέλλα Σωτήρκου




Comments