"Ένα παραμύθι που πήγε στραβά"
- ΕΡΩΔΙΤΗ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

- Feb 15
- 4 min read

Η αράχνη κατέβηκε αργά από το ταβάνι και προσγειώθηκε αθόρυβα μπροστά του.
Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Ύστερα, μια λεπτή κλωστή γυάλισε στο μισοσκόταδο, καθώς άρχισε να υφαίνει πάνω στην πέτρα.
Την κοίταξε απαθής.
Γύρω του, οι σκιές από τα κεριά μάκραιναν στους τοίχους σαν παραμορφωμένα δάχτυλα, σκιές από ψέματα και ελπίδες που είχαν πεθάνει αιώνες πριν, αλλά επέμεναν να στοιχειώνουν τη ζωή του.
Ίσως ήταν ιδέα του, αλλά νόμιζε πως έβλεπε διάφανες ραγισμένες καρδιές να αιωρούνται στη σκόνη και να γλιστρούν μέσα από τα δάχτυλά του κάθε φορά που προσπαθούσε να τις αγγίξει.
Απέστρεψε το βλέμμα του και προχώρησε.
Τα βήματά του αντηχούσαν δυνατά στον διάδρομο.
Απέφυγε επιδεικτικά τον μεγάλο καθρέφτη στον τοίχο· ήξερε τι θα αντίκρυζε εκεί και δεν άντεχε να το δει για χιλιοστή φορά.
Πίσω από τις κλειστές πόρτες των δωματίων, άκουγε ψιθύρους: τον ήχο γυαλιού που σπάει˙ το κλάμα ενός μωρού που δεν γεννήθηκε ποτέ.
Οι ήχοι έσβηναν απότομα, αφήνοντας πίσω τους την αμφιβολία αν υπήρξαν πραγματικά ή αν ήταν απλώς οι αντίλαλοι της τρέλας του.
Έφτασε στο τέρμα του διαδρόμου και στάθηκε μπροστά στη βαριά ξύλινη πόρτα.
Η κλειδαριά, σκαλισμένη σε σχήμα λιονταριού, έχασκε με το στόμα ανοιχτό.
Ξεκλείδωσε.
Πλησίασε το τεράστιο κρεβάτι στο κέντρο του δωματίου και τράβηξε αργά την κουνουπιέρα. Εκείνη ήταν εκεί, όπως κάθε βράδυ.
Το πρόσωπό της έμοιαζε πορσελάνινο. Τα χαρακτηριστικά της παρέμεναν άψογα, παγωμένα στον χρόνο.
Ήταν μια κούκλα καταδικασμένη να μένει για πάντα νέα, ενώ εκείνος σάπιζε ζωντανός.
Το βλέμμα του έπεσε στον γυάλινο θόλο στο κομοδίνο.
Μέσα, το μαγεμένο τριαντάφυλλο ήταν πια γυμνό.
Μόνο το κοτσάνι είχε μείνει.
Ήταν το τριαντάφυλλο που του είχε δώσει η μάγισσα που τον είχε καταραστεί.
Για να λύσει την κατάρα, έπρεπε να κάνει μια κοπέλα να τον αγαπήσει πριν πέσει και το τελευταίο πέταλο. Τα κατάφερε.
Αλλά ήταν πια αργά.
Η ανάμνηση τον χτύπησε σαν μαχαίρι στο στήθος.
Σαν χθες θυμόταν τη στιγμή που το τελευταίο πέταλο ταλαντεύτηκε και έπεσε.
Εκείνη τη στιγμή, κάτι μέσα του ράγισε οριστικά.
Το ανθρώπινο κομμάτι του ούρλιαξε και σιώπησε απότομα, αφήνοντας το κτήνος να κυριεύσει το μυαλό του.
Η απόγνωση έγινε οργή.
Η αγάπη μετατράπηκε σε τρέλα.
Δεν θυμόταν πώς βρέθηκαν τα χέρια του στον λαιμό της. Θυμόταν μόνο τον τρόμο στα μάτια της που γρήγορα μετατράπηκε σε γαλήνη.
Το «σ’ αγαπώ» που του ψιθύρισε, ήταν η τελική του καταδίκη.
Την είχε αγαπήσει ως τέρας και την είχε σκοτώσει ως άνθρωπος που έχασε τα λογικά του.
Έπεσε στα γόνατα δίπλα στο κρεβάτι, κρύβοντας το πρόσωπο στις παλάμες του, και ξέσπασε σε λυγμούς που τράνταξαν τα θεμέλια της φυλακής του.
***
Εκείνη καθόταν στο έρημο νεκροταφείο, πάνω στην κρύα μαρμάρινη πλάκα, και παρακολουθούσε τη φλόγα του καντηλιού να παλεύει με τον άνεμο. Ένα κοράκι πέταξε κρώζοντας και προσγειώθηκε σε ένα ξερό κλαδί. Με μια απότομη κίνηση του ράμφους του, έκοψε έναν ιστό αράχνης. Η κλωστή έσπασε και η αράχνη έπεσε στο κενό.
Ο άνεμος δυνάμωσε. Ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από το έδαφος, στροβιλίστηκε για λίγο παίρνοντας το σχήμα μιας τερατώδους, γονατιστής φιγούρας που θρηνούσε, και μετά διαλύθηκε στο τίποτα.
Η γυναίκα έστρεψε το κεφάλι. Κρατούσε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
Τα αγκάθια μάτωσαν το δέρμα της, αλλά δεν έδωσε σημασία.
Άφησε δύο σταγόνες αίμα να πέσουν πάνω στη λευκή πέτρα και σηκώθηκε.
Περπάτησε ανάμεσα στα μνήματα μέχρι που έφτασε μπροστά στον πιο επιβλητικό τάφο του νεκροταφείου: ένα πέτρινο μαυσωλείο, σκαλισμένο να θυμίζει μικρογραφία γοτθικού κάστρου.
Τέσσερις οξύκορφοι πυργίσκοι προσπαθούσαν μάταια να τρυπήσουν τον γκρίζο ουρανό. Μια άγρια τριανταφυλλιά είχε πνίξει με τα κλαδιά της τη μία πλευρά του μνημείου.
Πλησίασε και χάιδεψε τα ανάγλυφα σχέδια στην πέτρα: ένα σερβίτσιο τσαγιού, ένα ρολόι με δείκτες, ένα σκαμπώ, ένα κηροπήγιο˙ πρόσωπα και ζωές που μαρμάρωσαν, παράπλευρες απώλειες σε ένα παιχνίδι αλαζονείας.
Θυμόταν τη μέρα που τον συνάντησε: την αλαζονεία του νεαρού πρίγκιπα, την άρνησή του να προσφέρει βοήθεια, την κατάρα που του έριξε. Χαμογέλασε πικρά. Είχε πιστέψει πως του έδινε ένα μάθημα. Πως η αγάπη θα τον λύτρωνε.
Αλλά αυτά συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια που διαβάζουν στα παιδιά για να κοιμηθούν. Στην πραγματική ζωή, το τέρας παραμένει τέρας και η πεντάμορφη δεν ξυπνάει ποτέ.
Έριξε το τριαντάφυλλο πάνω στο μνήμα. Τα ονόματά τους ήταν χαραγμένα δίπλα-δίπλα.
Πάνω στην ταφόπλακα˙ ενωμένοι στον θάνατο, φυλακισμένοι στη λήθη.
«Δεσποινίς;»
Γύρισε απότομα.
Ένας νεαρός με σημειωματάριο στεκόταν αμήχανα πίσω της.
«Συγγνώμη που σας ενοχλώ.
Είμαι δημοσιογράφος, γράφω ένα άρθρο για τους θρύλους του παλιού νεκροταφείου. Σας είδα να κοιτάτε αυτόν τον παράξενο τάφο.
Μήπως γνωρίζετε την ιστορία του; Το σχέδιο του θυμίζει κάστρο…»
Η γυναίκα έριξε μια τελευταία ματιά στο πέτρινο μνημείο.
Η βροχή άρχισε να πέφτει, ξεπλένοντας το αίμα από το δάχτυλό της.
«Αν ψάξετε τα αρχεία της αστυνομίας, θα βρείτε πως πρόκειται για ένα στυγερό έγκλημα πάθους.
Ένας πλούσιος εκκεντρικός που, πάνω σε μια κρίση ζήλιας και τρέλας, έπνιξε τη γυναίκα του και μετά έδωσε τέλος στη ζωή του».
Ο δημοσιογράφος σημείωσε γρήγορα. «Τραγικό. Και η δική σας εκδοχή;»
Εκείνη τον κοίταξε κατάματα.
«Αν ρωτήσετε εμένα όμως... θα σας πω πως είναι η απόδειξη ότι τα παραμύθια είναι πιο σκληρά από την πραγματικότητα. Γιατί στο τέλος αυτού του παραμυθιού, το τέρας παρέμεινε τέρας, και η πεντάμορφη δεν ξύπνησε ποτέ. Μια ιστορία όπου στο τέλος… δεν έζησε κανείς καλά, και κανείς καλύτερα».
Τράβηξε την κουκούλα της κάπας της και χάθηκε ανάμεσα στα μνήματα, αφήνοντας τον νεαρό να κοιτάζει το «κάστρο» και τα πέτρινα, σιωπηλά του μυστικά.
Ερωδίτη Παπαποστόλου 🎈




Comments