top of page

H θάλασσα θυμάται...💦


Ήταν ένα παγωμένο, χειμωνιάτικο μεσημέρι.

Το beach bar στεκόταν έρημο, λες και το ίδιο το τοπίο ήθελε να ξεχάσει πως κάποτε υπήρχε ζωή εδώ. Εκείνος κάθισε σε μια ετοιμόρροπη ξαπλώστρα.

Ο κρύος αέρας χαΐδευε τις ξεθωριασμένες ομπρέλες και στροβίλιζε την άμμο, σχηματίζοντας αέρινες μορφές που διαλύονταν πριν πάρουν υπόσταση.

Σήκωσε το βλέμμα· στο βάθος, πίσω απ’ τη θάλασσα, η χιονισμένη κορυφή του βουνού ξεχώριζε σαν φάντασμα.

Προσπάθησε μάταια να μυρίσει την αλμύρα.

Από παιδί προτιμούσε τον χειμώνα. Και η θάλασσα, ήταν το αγαπημένο του μέρος.

Ξάπλωσε, έφερε τα χέρια στο σβέρκο και άφησε τον ήλιο να παίξει με τα βλέφαρά του. Σιγά σιγά, τα κύματα θέριεψαν.

Ο άνεμος άλλαξε ρυθμό. Ο αφρός έσκαγε στην ακτή. Το νερό πιτσίλισε την ξαπλώστρα αφήνοντάς τον στεγνό.

Ένα καμένο ξύλο ξεβράστηκε για μια στιγμή στην ακτή για να παρασυρθεί και πάλι από το νερό, ώσπου το κατάπιε η θάλασσα.

Είχε πλέον σκοτεινιάσει όταν κόπασε ο αέρας και ηρέμησαν τα κύματα.

Ανακάθισε και κοίταξε γύρω του. Τα φώτα της πόλης που φαινόταν πέρα στον ορίζοντα είχαν ανάψει κι έμοιαζαν με πολύχρωμα κοσμήματα που αντανακλώνταν στο ήρεμο πλέον νερό.

***

Θυμόταν τη νύχτα εκείνη καθαρά. Ήταν τέσσερις το πρωί. Είχε μείνει τελευταίος στο beach bar, εκείνος κι άλλοι τρεις.

Έπιναν, γελούσαν, έλεγαν πως «η δουλειά ήταν σχεδόν έτοιμη». Εκείνος εργαζόταν εκεί μόνο για τη σεζόν.

Η ανάγκη τον είχε φέρει.

Είχε σχέδια όμως· ήθελε να φύγει, να πάει βορειότερα, να ανοίξει κάτι δικό του, μια καντίνα ίσως.

Να ζήσει ήσυχα.

Δεν κατάλαβε πώς ξεκίνησε η φωτιά. Ακούστηκε ένας δυνατός ήχος και μετά καπνός.

Φλόγες απλώθηκαν παντού. Θυμόταν τους τρεις να φεύγουν τρέχοντας. Θυμόταν τις κραυγές του, τη φριχτή αίσθηση όσο η φωτιά τον κατάπινε˙ τους ανυπόφορους πόνους. Τα μάταια ουρλιαχτά του.

Και μετά... τίποτα.

Ξύπνησε μόνος. Ήρεμος.

Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.

Δεν πονούσε. Δεν πεινούσε. Δεν ένιωθε. Κανείς δεν τον έβλεπε πια. Κι όμως, αυτός τους έβλεπε όλους. Και άκουγε: τους αστυνομικούς που έλεγαν πως το σώμα που βρέθηκε – το δικό του σώμα- ήταν σχεδόν στάχτη. Δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί. Η φωτιά προκλήθηκε από ατύχημα.

Του άρεσε να κινείται μέσα στα ερείπια. Αθέατος. Να ακούει συζητήσεις, φήμες, να βλέπει τη ζωή να συνεχίζει χωρίς εκείνον.

***

Τον είδε ξανά χθες.

Τον έναν απ’ τους τρεις. Ήξερε πως ήταν αυτός. Διαπραγματευόταν την αγορά του beach bar. Ο παλιός ιδιοκτήτης του έκανε καλή τιμή.

«Ένα ερείπιο είναι πια, καλύτερα να το ξεφορτωθώ», του είπε.

Ήξερε ότι θα ξανάρθουν. Και ήρθαν. Και οι τρεις.

Γελούσαν δυνατά, όπως τότε, κομπάζοντας:

«Τσάμπα το πήραμε... Το κάψαμε το ρημάδι, το ρίξαμε και τώρα χτίζουμε ό,τι θέλουμε».

Ο ένας ήταν ηλεκτρολόγος. Ήξερε πώς να στήσει μια «ηλεκτρική βλάβη.

Κάθισαν δίπλα στον καμένο πάγκο. Στην ίδια θέση. Μίλησαν για τα σχέδιά τους. Θα το έκαναν beach lounge, με κοκτέιλ και live DJ. Το παρελθόν θα το έθαβαν κάτω από καινούριο ξύλο και τσιμέντο.

Κανείς τους δεν είδε τον άντρα που στάθηκε μπροστά τους αμίλητος. Αλλά αυτός τους έβλεπε. Τους παρατηρούσε. Τους θυμόταν.

Για μια στιγμή, δίστασε.

Αν ζητούσαν συγγνώμη; Αν έδειχναν έστω μια σκιά τύψης; Μα όχι. Χασκογελούσαν ακόμα. Δεν είχαν αλλάξει.

Ψιθύρισε κάτι. Κανείς δεν τον άκουσε. Μόνο ο αέρας.

***

Όταν άρχισε η φωτιά, δεν την πρόσεξαν στην αρχή. Ήταν απλώς μια μυρωδιά, ένα ανεπαίσθητο τσούξιμο στον λαιμό. Μετά ήρθε ο καπνός, ο πανικός, οι κραυγές.

Μα κανείς δεν τους άκουσε.

Η φωτιά φούντωσε γρήγορα˙ πιο γρήγορα απ’ ό,τι έπρεπε. Κανείς δεν βγήκε ζωντανός.

***

Το πρωί, όταν όλα κόπασαν, ο άντρας ήταν ξαπλωμένος στην αμμουδιά. Η στάχτη είχε μαυρίσει την άμμο. Έκλεισε τα μάτια και ένιωσε το κύμα να πλησιάζει. Δεν αντιστάθηκε.

Ήρεμος, επιτέλους, άφησε την ψυχή του να παρασυρθεί και να χαθεί στο απέραντο γαλάζιο.

Η θάλασσα θυμόταν. Κι εκείνος δεν χρειαζόταν πια να θυμάται τίποτα.


Ερωδίτη Παπαποστόλου 💦

Comments


bottom of page