top of page

Υπολογισμοί...

Τρεις και πέντε πήγε .

Ο ατμός από την κατσαρόλα έβγαινε μανιασμένος.

Η μάνα της πήγε στα αγγλικά τον μικρό.

Τα πιάτα στοίβα ήταν μέσα στο νεροχύτη.

Έσβησε το μάτι.

Έβγαλε τη ποδιά και αναστέναξε. Είχε μία στη δουλειά και άλλη μια σπίτι.

Έμαθε να ξυπνάει νωρίς.

Έφτιαχνε καφέδες από δεκαεπτά χρόνων.

Στην πορεία ήρθαν τα νύχια.

Το δεύτερο μεροκάματο που ισορροπούσε τα έξοδα της.

Βγήκε για τσιγάρο στη βεράντα.

Το φροντιστήριο ήθελε πενήντα ευρώ τέλη του μήνα, το κολυμβητήριο εικοσιπέντε και στην άκρη έπρεπε να κρατήσει εκατό ευρώ αν αρρώσταινε το παιδί. Χρειαζόταν ρούχα, μεγάλωνε γρήγορα και τα παπούτσια του τρυπήσανε.

Μόλις πληρωνόταν από τα νύχια απόψε το απόγευμα, με τον γιο της θα έβγαινε αγορά.

Ένα ζευγάρι καλό χρειαζόταν για να ξεχειμωνιάσει.

Ο πατέρας του πλήρωνε, μα δεν έφταναν.

Πολλές φορές αργούσε.

Γλίτωσε από δαύτον.

Ζήλευε χωρίς να έχει δώσει δικαίωμα.

Όπως άπλωσε το χέρι του, έτσι και τον πέταξε έξω την ίδια στιγμή. Είχε παράλληλα άλλη.

Έκανε υπομονή για το παιδί, μα δεν μπορούσε να γίνει και σάκος του μποξ.

Ο καπνός χανόταν.

Η συννεφιά σκορπούσε μελαγχολία. Έσκυψε το κεφάλι.

Πόνεσε με τους λογαριασμούς. Έσβησε το ένα, άναψε δεύτερο.

Πω πω τι ήθελε και κάθισε.

Βγήκε όλη η κούραση μαζεμένη.

Η πλάτη της σούβλιζε και τα πόδια έκαιγαν.

Ποιος την σήκωνε τώρα;

Κοίταξε την ώρα.

Σε δέκα λεπτά είχε ραντεβού με τη πελάτισσα.

Με βαριά καρδιά σηκώθηκε.

Το σπίτι μέσα ζεστό σε θερμοκρασία, αλλά και αύρα. Χτισμένο με αγάπη, ηρεμία.

Αυτά χρειαζόταν ένα παιδί.

Έπιασε σφουγγάρι και σαπούνι.

Με κυκλικές κινήσεις σκέπαζε με αφρό το κάθε πιάτο.

Άφησε το νερό, έτρεξε.

Το κουδούνι την ταρακούνησε. Ξύπνησε.

Στο τελευταίο δευτερόλεπτο είχε τελειώσει.

Άνοιξε στην κοπέλα, ρούφηξε μια γουλιά καφέ και με χαμόγελο υποδέχτηκε την Ρίτα.

Ένα Σάββατο έβγαινε και της άξιζε! Κανόνιζε με την κολλητή της.

Που να πήγαιναν;

Με μηνύματα συζητούσαν.

Ενώ χάζευαν με τον μικρό βιτρίνες! Το προσωπάκι του φωτίστηκε μόλις είδε κάτι ωραίο.

Τέντωσε το δαχτυλάκι του και πρόφερε εύθυμα << Μαμά αυτό θέλω , πάμε να το δοκιμάσω;>>

Τα μάτια της έλαμψαν.

<< Ναι αγάπη μου πάμε ! >>.

Μπήκαν με χαρά και όλη η κούραση εξαφανίστηκε μόλις είδε χαρούμενο το μωρό της.

 

Μαρίνα Παπαδοπούλου 🌹

Comments


bottom of page