top of page

ΥΓΙΕΙΣ ΚΑΙ ΑΡΡΩΣΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Υ Γ Ι Ε Ι Σ   Κ Α Ι   Α Ρ Ρ Ω Σ Τ Ε Σ   Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Ε Σ

Ιστορία 3η

 

-Γαβ,γαβ,γργααβ! Ένα άτονο άκουσμα από την αυλή

-Νιάουουτς! Νιάουουτς! Παραπονιάρικο άκουσμα από το μπαλκόνι.

-Άααχ! Ούουχ! Ιιιχ! Ωχ!Ωχ!Ωχ! πονεμένα ακούσματα απ’ την κρεβατοκάμαρα.

-Τι έγινε ρε παιδιά; Ρωτάω μπαίνοντας στο σπίτι, διασχίζοντας τη μικρή μπροστινή αυλή. Τι πάθατε όλοι; Αρρωστήσατε;

-Γργααβ, νιαουουτς, ωχ, ωχ,ωχ,  όλοι μαζί.

(-)Στο σπίτι μου μπήκα ή στο νοσοκομείο, σκέφτηκα. Τώρα θα δείτε.

-Ωραίοι μεζέδες για γάτες, σκύλους και μπαμπάδες, φώναξα.

Κι’ αμέσως ο ήχος πόνου μετατράπηκε σε αδημονία, σε προσδοκία.

-Γαουάβ! (Π)νιάου! Άααχ! Έχεις φέρει κάτι να φάμε;

-Κονσέρβα για το σκύλο, από την πιο ακριβή. Κομματάκια τόνο για το γατί,Σουβλάκια με πίτα και πατάτες μερίδα για το αντρί μου!

Πέρασαν μόλις δεκαπέντε δεύτερα απ’ τη στιγμή που ολοκλήρωσα την κουβέντα μου. Όλοι ήταν στη θέση τους. Ο σκύλος έφερε το πιάτο του. Η γάτα, έσπρωξε το δικό της στα πόδια μου. Ο δε, μπαμπάκας, έφτασε στην κουζίνα σε χρόνο ρεκόρ, έβγαλε πιάτο, πιρούνι, μαχαίρι, έκοψε λίγες φέτες ψωμί, έβγαλε από το ψυγείο λευκό τυρί, ντομάτα και κάθισε περιμένοντας να σερβιριστεί κι΄αυτός.

Έβαλα στο σκύλο, έβαλα στη γάτα και του είπα να ετοιμάσει για τους δυο μας. Έβαλε μόνο ένα πιάτο μπροστά μου. Του δίνω το σουβλάκι, τις μισές πατάτες, παίρνω το δικό μου και πάω στο σαλόνι για να φάω. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, με ακολουθούν και οι τρεις τους. Εκείνη τη στιγμή, μπαίνει και ο γιος μου από το σχολείο.

(1η σκέψη): Να δαγκώσω γρήγορα την πίτα μήπως και σωθώ.

(2η σκέψη): Τι μάνα είναι εγώ που δε θα δώσω στο παιδί μου;

(3η σκέψη): δεν προλαβαίνω, θα τους τα αφήσω στο τραπεζάκι κι’ όποιος προλάβει.

(Πριν τελειώσω την 3η σκέψη)

-Μαμά, μου πήρες σουβλάκι και πατάτες; Σ’ αγαπώ!

-Γαβ, γαβ! Νιάου, νιάου! ΚΙ’ εμείς.

Ο άντρας μου, έγνεψε «γιούμ», καθώς έτρωγε την τελευταία μπουκιά.

Αχ! Κατακαημένη μάνα εγώ. Δε μου αφήσαν παρά μόνον την .. αγάπη τους.

Ύστερα, έπεσαν όλοι ξεροί για ύπνο. Βρήκα ευκαιρία να κρυφτώ στην κουζίνα για να φτιάξω ένα τοστ. Σκύλος και γάτα από κοντά. Με κοιτούσαν με βουλιμία και οίκτο.

(σκύλος)- Τι πάει να φτιάξει; Εγώ είμαι στο πρόγραμμα;

(γάτα)-Άντε πάλι, ο χοντρός θα μου φάει τη λιχουδιά. «Μανούλα», μη με ξεχάσεις!

Έτοιμο το τοστ. Πρώτη δαγκωνιά. Απόλαυση.

(σκύλος)- Εγώ, δεν έχει;

(γάτα)- Άντε πάλι, δεύτερη στην προτίμηση.

Τους δίνω από λίγο.

Δαγκώνω τη 2η μπουκιά.

(γιος)- Μαμά, τοστ είναι αυτό που μου μυρίζει; Μου φτιάχνεις ένα;

(σύζυγος)- Κι’ εμένα. Δε χόρτασα.

-Αμάν, πια! Φωνάζω και βγαίνω στην αυλή. Είπα να φάω κι’ εγώ κάτι και με φάγατε. Πηγαίνετε να φτιάξετε μόνοι σας και φέρτε και σε μένα.

(γιος)- Η μαμά νευρίασε. Νομίζω έχει δίκιο.

(μπαμπάς)- Ναι παιδί μου, έχει δίκιο. Έλα στην κουζίνα να..(χαμηλόφωνα) της φτιάξουμε μια πίτσα. Είσαι;

-Ναι μπαμπά, αλλά, έχουμε τα υλικά;

-Θα τα βρούμε.

Πέρασε ένα τέταρτο της ώρας. Κάτι ενδιαφέρον μύριζε στην κουζίνα. Με καλούν στο σαλόνι.

-Κλείσε τα μάτια σου μαμά.

Τα κλείνω.

-Τι είναι αυτό που μυρίζω; Πίτσα;

-Ναι, άνοιξέ τα. Πίτσα, για σένα που μας φροντίζεις.

-Με συγκινήσατε βλαμμένα, είπα. Δοκίμασα. Ήταν νόστιμη και πικάντικη.

Αφού φάγαμε όλοι, τη μισή εγώ, πήρα το ταψί στην κουζίνα. Οι υπόλοιποι σε στάση αναμονής.

-          Αμάν, ξεφώνησα. Τι χάλι είναι αυτό; Πίτσα φτιάχνατε ή καμιά οικοδομή; Που είσαστε βρε τζαναμπέτηδες;

Εξαφανισμένοι και οι δύο στην πίσω αυλή. Και ο σκύλος και η γάτα.

( Αχ! Τι να σας κάνω που σας αγαπάω και σας νοιάζομαι, είπα από μέσα μου).

 

Υ.Σ. Οικογένεια είναι όλοι: άνθρωποι και αθώες ψυχούλες!

                                                                                                                                Κ. Γ. Κ.  2026

Comments


bottom of page