Το πληγωμένο φως 🪽Π.ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
- logo_timis
- 2 days ago
- 2 min read
Στη μνήμη του πατέρα μου, που από το 1948 έως το 1950 περπάτησε πάνω στις γυμνές πέτρες της Μακρονήσου, στα δεκαοχτό του, μαθαίνοντάς μας
πως η νύχτα δεν είναι ποτέ αρκετά σκοτεινή για να σβήσει το φως της αξιοπρέπειας.
Αφιερωμένο σε όλους εκείνους που μέτρησαν τα χρόνια τους πίσω από το συρματόπλεγμα, αλλά δεν επέτρεψαν στη σιωπή να τους νικήσει.
Η πανσέληνος απόψε ήταν μια πληγή μελάνης πάνω στο στήθος της νύχτας· ένα πρόσωπο θλιμμένο, με το βλέμμα καρφωμένο επίμονα πάνω απ’ τη Μακρόνησο.
Φώτιζε τις πέτρες —αυτές τις άσπρες, γυμνές πέτρες που μοιάζουν με κόκαλα απλωμένα στην αλμυρή υγρασία— καθώς περίμεναν υπομονετικά το πρώτο, λυτρωτικό χάδι της αυγής.
Η θάλασσα επέστρεφε πικρή, σκαρφαλώνοντας στα βράχια για να αγναντέψει τις σκηνές. Ξερά χόρτα έτριζαν στον άνεμο, σαν ψίθυροι από παλιά ρούχα που λησμόνησαν πάνω τους οι νεκροί. Οι σκηνές, χαμηλές και σκυφτές, έμοιαζαν να ντρέπονται για λογαριασμό μας. Κανείς δεν κοιμόταν. Ο ψίθυρος γινόταν προσευχή και το σιγανό τραγούδι μια κοινή πατρίδα· όλοι είχαμε κάτι να θυμηθούμε, κάτι που μας ανήκε πριν γίνουμε ίσκιοι.
Καθίσαμε πίσω απ’ το συρματόπλεγμα, εκεί όπου η γη κρατούσε ακόμα λίγη φυλακισμένη νύχτα. Ο Μανώλης έβγαλε ένα τσιγάρο. Το κράτησε για λίγο στις άκρες των δαχτύλων του, σαν να ζύγιζε όλη του την ύπαρξη.
— «Το φύλαγα για όταν δεν θα άντεχα άλλο», είπε.
Δεν τον ρώτησα τίποτα. Στη σιωπή των μελλοθάνατων, οι ερωτήσεις είναι περιττές. Το άναψε. Η φλόγα φώτισε στιγμιαία τα πρόσωπά μας. Ήμασταν νέοι — κι αυτό, μέσα στην αγριότητα του τόπου, ήταν το πιο τρομερό απ’ όλα.
Το τσιγάρο ήρθε σε μένα. Το κράτησα προσεκτικά, σχεδόν με ευλάβεια, σαν να κρατούσα ένα κομμάτι από τη ζωή που μας είχαν κλέψει. Πιο πέρα, ακούστηκε μια φωνή. Μετά ένας ξερός χτύπος.
Κι ύστερα, η απόλυτη σιωπή. Η πανσέληνος θόλωσε περισσότερο· σαν να μην άντεχε άλλο να βλέπει.
— «Λες να τελειώσει ποτέ;» ψιθύρισε κάποιος στο σκοτάδι.
Κανείς δεν αποκρίθηκε. Μόνο ο καπνός ανέβαινε αργά και χανόταν μέσα στο πληγωμένο φως. Σκέφτηκα πως κι αυτός ο καπνός εξόριστος ήταν. Όπως εμείς. Δεν ανήκε πουθενά· μονάχα δραπέτευε πάνω από πέτρες, πάνω από σώματα, πάνω από ονόματα που η βροχή και ο χρόνος έσβηναν.
© Π Κουμουνδούρος 🪽








Comments