top of page

Το απρόσμενο...💦


1


Λουσμένη στον ιδρώτα πετάχτηκε για ακόμα μία φορά , παλι το ίδιο όνειρο ήρθε να της κόψει

την ανάσα να την αφήσει άυπνη, κάθε φορά που προσπαθούσε να κλείσει για λίγο τα μάτια της οι δαίμονες ερχόντουσαν ξανά και ξανά.

Πόσο κουρασμένη και εξαντλημένη ένιωθε,το σώμα της δεν άντεχε άλλη αϋπνία.

Κάθε φορά το ίδιο όνειρο κάθε μέρα επί τρεις μήνες τώρα, ζούσε τον ίδιο εφιάλτη.

Η ζωή της είχε γίνει η ίδια εφιάλτης δεν ζούσε πλέον, ήταν ζωντανή νεκρή.

Τα ρούχα απάνω της ξένα, το πρόσωπο της χλωμό, τα μάτια της με μαύρους κύκλους.

Όλη της η ζωή εκεί , στο μοιραίο εκείνο βράδυ , σε εκείνο το ταξίδι που πάγωσε ο χρόνος, όταν

τα γέλια κατέληξαν σε κλάματα και οδυρμούς.


Ήταν προπαραμονή πρωτοχρονιάς όταν πήραν την απόφαση τελευταία στιγμή να πάνε ένα ταξίδι, σε μια τρέλα της στιγμής ενώ είχαν αποφασίσει να μην πάνε πουθενά, αλλά αυτό

αγάπησαν ο ένας στον άλλον την τρέλα τους.

Έβαλαν δύο ρούχα σε μία βαλίτσα κι έφυγαν , ο Αντώνης, η Χριστίνα και ο μικρός Νικόλας που ήταν μόλις έξι μηνών και κάπου αυτό είχε βάλει

λίγο φρένο στην τρέλα τους, όμως αυτή τη φορά δεν έκαναν πίσω , μπήκαν στο αυτοκίνητο μες

την τρελη χαρά και ξεκίνησαν το ταξίδι τους.


Είχαν διανύσει ήδη αρκετά χιλιόμετρα ήθελαν λίγο για να φτάσουν στον προορισμό τους, σε όλο

το ταξίδι ήταν χαρούμενοι γελούσαν και τραγουδούσαν.


Δευτερόλεπτα όμως χρειάστηκαν για να χαθούν όλα.

Η Χριστίνα είχε γυρίσει πίσω να σκουπίσει το στοματάκι του μικρού Νικόλα απο τα σάλια που έτρεχαν λόγω ότι έβγαζε δοντάκια, όταν γυρίζοντας όμως στην θέση

της το μόνο που πρόλαβε να φωνάξει ήταν:


" ΑΝΤΏΝΗΗΗΗΗ"


Βλέποντας το αυτοκίνητο να έρχεται κατά πάνω τους.

Και μετά σιωπή..κενό..σκοτάδι.


2


Όταν άνοιξε τα μάτια της προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν και τι εχει συμβεί, γιατροί

και νοσοκόμες ηταν πάνω απο το κεφάλι της , έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί αλλά πονούσε παντού , τους κοιτούσε με τα θολά της ματιά και η πρώτη της κουβέντα ήταν:


-Το μωράκι μου;

ο άντρας μου; κατάφερε να ψελλίσει.


Γιατροί και νοσοκόμες κοιτούσαν ο ένας τον άλλον..


- Απαντήστε μου τούς φώναξε , με όση δύναμη της είχε απομείνει!


- Ηρεμήστε της είπε ένας γιατρός θα τα πούμε όλα, προσπαθήστε να είσαστε ήρεμη φέρετε σοβαρά τραύματα και θα πρέπει να μην πιέζεται τον εαυτό σας.


- Σας παρακαλώ πείτε μου πού είναι το παιδί μου ο άντρας μου είναι καλά;

ας μου απαντήσει

κάποιος διάβολε εδώ μέσααα!


Εκείνη τη στιγμή την πλησίασε μια γυναίκα, γιατροί και νοσοκόμες έκαναν πίσω..

Της χάιδεψε το κεφάλι λέγοντας της να ηρεμήσει..ενώ μια νοσοκόμα της χορηγούσε μια

ηρεμιστική ένεση.


Η Χριστίνα την κοιτούσε και κρεμόταν απο τα χείλη της.

Η ψυχολόγος άρχισε να της λέει οτι ο άντρας της είχε τραύματα αλλα ήταν καλά..σε σταθερή

κατάσταση και εκτός κινδύνου και το παιδί της πώς δεν υπήρχε...

Οχι πώς δεν ήταν στην ζωή αλλα...πως δεν τον βρήκε κάνεις στον τόπο του ατυχήματος, αυτό ήταν χάθηκε...χάνοντας ξανά τις αισθήσεις της.


3


Οι μήνες περνούσαν...

Ο Αντώνης και η Χριστίνα ειχαν αναρρώσει απο τα τραύματα του ατυχήματος, η ψυχή τους όμως αρρωσταινε κάθε μέρα και πιο πολύ..δεν μπορούσαν να δεχτούν την εξαφάνιση του παιδιού τους...πώς σε μια στιγμή το έχασαν απο την αγκαλιά τους.


Κάθε μερα πήγαιναν στο αστυνομικό τμήμα μήπως έχουν κάποιο νέο.

Κάθε μέρα όμως η ίδια

απάντηση πώς δεν έχουν κάτι νεότερο και πως αν είχαν θα ήταν οι πρώτοι που θα το μάθαιναν.


Ένα πρωί καθώς έπιναν καφέ ή Χριστίνα με τον Αντώνη είχε μείνει να τον κοιτάζει χαμένη στις σκέψεις της..

Της μιλούσε και δεν τον άκουγε καν..


- Χριστίνα σου μιλάω δεν με ακούς;


Η Χριστίνα προσπερνόντας εντελώς τα λόγια του, του είπε:


- Αντώνη σήκω να ντυθείς.


- Γιατί να ντυθώ;


- Ντύσου να φύγουμε σου λέω.


- Να πάμε που ;


- Να πάμε εκεί..


- Όχι πάλι Χριστίνα όχι έχουμε πάει πόσες φορές, σε παρακαλώ όχι πάλι..


- Αντώνη αν δεν έρθεις θα πάω μόνη μου..


Του είπε σβήνοντας το τσιγαρο της, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα προς την κρεβατοκάμαρα για να ετοιμαστεί..


- Κοριτσάκι μου...


Της είπε ακολουθώντας την και πιάνοντας την απο το πρόσωπο..


- Έχουμε πάει πόσες φορές δεν θα βρούμε τίποτα, είναι μια λεωφόρος ,δεν έχει τίποτα..δεν θα

βρούμε πάλι τίποτα.


- Αντώνη θα πάω ξανά και ξανά , δεν θα σταματήσω να πηγαίνω, πρέπει να βρω το παιδί μου..το

παιδί μας Αντώνη!


Του ειπε κατεβάζοντας τα χέρια του απο το πρόσωπο της που ηταν γεμάτα δάκρυα.


4


Ήταν πάλι εκεί..

Όταν έφτανε σε αυτό το σημείο ζούσε ξανά και ξανά την ίδια σκηνή, να σκουπίζει το στοματάκι

του Νικόλα της να φωνάζει Αντώνη και μετά σκοτάδι...

Σαν τον καθημερινό της εφιάλτη που βλέπει κάθε μερα τον Νικόλα της να απλώνει τα χεράκια

του να τον παίρνει στην αγκαλιά της και μετά να εξαφανίζεται μέσα απο τα χέρια της.


Άναψε ενα τσιγάρο και άρχισε να κοιτάζει γύρω της... Κοιτούσε ξανά και ξανά χωρίς να ξέρει και η ίδια τι ψάχνει να βρει..

Το βλέμμα της ομως αυτή τη φορά καρφώθηκε εκεί στις καλαμιές.. κάτι είδε να κινείται, εστίασε το βλεμμα της ακόμα πιο πολύ, προσπαθησε να δει αν είναι κάποιο ζώο..όμως όχι δεν ηταν ζώο ηταν άνθρωπος,

πέταξε με μιας το τσιγάρο στην άσφαλτο και με γοργά βήματα πήγε προς τα εκεί.


Ο Αντώνης της φώναζε αλλά τίποτα, άρχισε να τρέχει και αυτός απο πίσω της..

Οι καλαμιές χαράκωναν τα χέρια της καθώς παραμέριζε για να περάσει και να εχει και πιο καλή οπτική επαφή.

Έβαλε όση δύναμη είχε και απλώνοντας τα χέρια της την έπιασε..ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα ατημέλητη με ρούχα κουρελιασμένα..

Την κρατούσε τόσο σφιχτά να μην της φύγει.

Η γυναίκα είχε μείνει εκεί τόσο φοβισμένη...


- Μίλα μου άρχισε να της λέει η Χριστίνα, πες μου που είναι το μωράκι μου, μιλά μου της έλεγε φωνάζοντας και την ταρακουνώντας την μπρος πίσω!


Ο Αντώνης είχε πάθει σοκ Βλέποντας να διαδραματίζεται ολο αυτό μπροστά του!


- Χριστίνα της φώναζε άφησε την γυναίκα κάτω, τι κάνεις την πονάς δεν βλέπεις πόσο

τρομαγμένη είναι!! τι δουλειά έχει με το παιδί μας τι κάνεις;


Η Χριστίνα βρισκόταν σε αμόκ κάτι μέσα της, της έλεγε ότι είχε το παιδί τής και αν δεν το είχε

κάτι ήξερε..κάθε φορά που βρισκόταν εκεί ένιωθε μία παρουσία..αυτή τη φορά όμως πήρε σάρκα και οστά.

Το μυαλό της μπορεί να ηταν θολό, το ένστικτο της όμως.. της φώναζε πώς έχει δίκιο.


5


Η γυναίκα πάλεψε να φύγει αλλα μάταια, τα χέρια της Χριστίνας είχαν κλειδώσει και δεν άνοιγαν όσο κι αν και ο Αντώνης προσπαθούσε να την φέρει στην πραγματικότητα..


- Πήγαινε με εκεί!!

Της φώναζε, ξέρω πώς έχεις το παιδί μου!


Η γυναίκα είχε μείνει εκεί και την κοιτούσε με δάκρυα να τρέχουν απο τα μάτια της, και

Κατεβάζοντας το κεφάλι της είπε:


- Θα σε πάω..


Ο Αντώνης ένιωσε το αίμα του να παγώνει..να κοιτάζει μια την γυναίκα και μια την Χριστίνα που κρατούσε ακόμα την γυναίκα σφιχτά κοιτάζοντας την μες τα μάτια..


Μετά απο αυτό τα χέρια της Χριστίνας έπεσαν σαν βαρίδια κάτω...


Η γυναίκα τους οδήγησε σε μια μισογκρεμισμένη καλύβα, άνοιξε την πόρτα την οποία είχε

κλειδωμένη με μια χοντρή αλυσίδα και ενα σκουριασμενο λουκέτο.


Ήταν εκεί..


Μέσα σε ένα παλιό φθαρμένο πάρκο με μια τρύπια θαλασσί παιδική κουβερτούλα.

Η Χριστίνα και ο Αντώνης έσκυψαν απο πάνω του με την καρδιά τους να κοντεύει να σπάσει...

Τότε Χριστίνα με τρεμάμενα χέρια και θολά μάτια από τα δάκρυα τον πήρε στην αγκαλιά της ακούμπησε το κεφαλάκι του στο στήθος της γονάτισε κατω φιλώντας τον τρυφερά!

Ο εφιάλτης είχε πια τελειώσει και η Χριστίνα δεν θα ξυπνούσε ξανά με

άδεια αγκαλιά.

Γύρισε και κοίταξε την

γυναίκα που την κοιτούσε και αυτή με δάκρυα στα μάτια και το μόνο που της είπε η Χριστίνα

ήταν:


Γιατι;;


Η γυναίκα κατέβασε το κεφάλι και δεν μίλησε..

Αργότερα έμαθαν απο την αστυνομία οτι η γυναίκα είχε χάσει τα λογικά της οταν πέθανε ο γιος της ενός έτους και πώς μετά απο το συμβάν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της εξαφανίστηκε και κάνεις δεν την ξανά είδε απο τότε..


Δεν ζήτησαν ποτέ την τιμωρία της ...τούς έφτανε που είχαν ξανά στην αγκαλιά τους τον μικρό τους Νικόλα!


ΤΕΛΟΣ


Σούλα Μπινετοπούλου🌹💯

Comments


bottom of page