Τα λουλούδια των ονείρων 💐
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ

- 4 hours ago
- 2 min read

Αργότερα, που αδειάζουν οι γραμμές.
Στις δώδεκα, που οι φανοστάτες σβήνουνε,
κλεινόμασταν στη στενή κάμαρη.
Δεν έχουμε άλλες λέξεις
ούτε τσιγάρο να μοιραστούμε.
Μας είχε προσπεράσει ο καιρός
κι εκείνες οι παλιές διαψεύσεις
μάς είχαν στήσει από νωρίς στον τοίχο.
Στο τραπέζι που ετοιμάζαμε να δειπνήσουμε
παρέα με την νύχτα, μες στο σπασμένο φλιτζάνι,
είχαμε πάντα εκείνα τα λουλούδια για παρέα.
Τα άνθη των ονείρων.
δεν τα παζάρεψε ποτέ κανένας έμπορος,
δεν είχανε τιμή.
Μονάχα το ακριβό αντίτιμο, μιας ρημαγμένης νιότης.
Βλάσταιναν πάνω στα τετράδια των τρελών ποιητών,
πλάι στα χαρτιά των μεθυσμένων φοιτητών,
τις ώρες που κοιμόνταν οι δήμιοι.
«Κοίτα», μου είπες, στο λίγο φως της λάμπας,
«πώς λιώνουν στην πολλή λογική».
«Γι’ αυτό να κλείνεις τα μάτια.
Μονάχα στην ορφάνια του σκοταδιού
μετρούν τα χρόνια τους».
Θεέ μου, πόσοι χειμώνες πέρασαν
από τότε που οι στρογγυλεμένες πέτρες του βυθού,
τραγουδούσαν ως τα ξημερώματα.
Τα ρούχα μας λιώσανε στις κρεμάστρες,
τα τρένα άλλαξαν τις άγονες γραμμές τους,
κι εκείνο το κορίτσι με την ομπρέλα στη βροχή
έγινε ένα φάντασμα της λήθης
πίσω από το θολό γυαλί της μεσόπορτας.
Και τώρα, γέροντες πια, στην άκρη της πατρίδας,
με τα τσιγάρα να μας καίνε το πετσί,
κοιτάζουμε απ’ το τζάμι το ανώνυμο πλήθος.
Κι όμως, κάπου εδώ γύρω, μες στη σκόνη του καιρού,
κάτι επιμένει να μυρίζει άνοιξη.
Είναι τα τ ‘αμάραντα άνθη των ονείρων μας.
Τα λουλούδια της δικής μας, κρυφής αγάπης,
που δεν τα σεργιάνησαν ποτέ στις πλατείες,
αλλά κρατούσαν το αίμα μας ζεστό
τις νύχτες που η ζωή μας γινόταν παγετώνας.
Και τι δεν κάναμε, αλήθεια, για να τα σώσουμε.
Κρύβαμε τους σπόρους τους κάτω απ’ τη γλώσσα
στα σκοτεινά γραφεία της ανάκρισης,
τα ποτίζαμε με το λιγοστό νερό της απομόνωσης,
κι όταν οι πόρτες σπάγανε,
εμείς τα κρύβαμε βιαστικά μες στα σπλάχνα μας
εκεί που κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να κάμει έρευνα.
Γιατί ξέραμε καλά πως αν χαθούν αυτά τα λουλούδια,
το κρύο θα φωλιάζει για πάντα μέσα μας.
δεν θα ’χούμε τίποτα να ιστορούμε,
παρά μονάχα την τιμή του ψωμιού, τα γραμμάτια,
και το βουβό πέρασμα του χρόνου
πάνω στους γυμνούς τοίχους.
Όμως, κοίτα. Η νύχτα παραδίδει τα κλειδιά της.
Κι αν μας βρουν το πρωί,
μαρμαρωμένους στην καρέκλα,
μην κοινωνήσεις θλίψη.
Δεν είναι ο χάρος που μας νίκησε.
Είναι που τα λουλούδια των ονείρων
θέριεψαν τόσο μες στο στήθος,
που έσπασαν τα κόκκαλα για να βγουν στο φως.
Και τώρα, όλη η κάμαρη, η πολιτεία, τα πέρατα του κόσμου,
μοσχοβολούν τη δική μας, αδούλωτη άνοιξη.
© Παναγιώτης Κουμουνδούρος




Comments