Φιλτσισένια βία 🪽
- ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ

- 2 hours ago
- 5 min read
Το σπίτι μύριζε πάντα λεβάντα και φρεσκοπλυμένα αρωματισμένα πατώματα...
Είχε χτίσει τη δική της "ασπίδα".
Έπρεπε όλα να είναι στην εντέλεια, οι γωνίες των ακριβών χαλιών να ήταν ίδιες, ευθυγραμμισμένες, οι πίνακες στους τοίχους ξεσκονισμένοι, και το δείπνο έπρεπε να αρχίσει ακριβώς στις οκτώ, έτσι θα γλίτωνε τα προβλήματα κι οι καταιγίδες δεν θα ξεσπούσαν.
Η Ελένη κοίταξε θλιμμένη το φλιτζάνι στο χέρι της.
Ήταν το αγαπημένο του, με τη χρυσή μπορντούρα,και το γαλανό με ροζ λουλούδι...
Ένα μικρό γλίστρημα, ένας ήχος σαν ξερό κλαδί που σπάει, και να, τώρα το πορσελάνινο κέλυφος κειτόταν σε τρία κομμάτια πάνω στο μάρμαρο.
Δεν ήταν ο φόβος του αντικειμένου. Ήταν ο φόβος της ερμηνείας,το τι θα έπρεπε να πει...
"Γιατί το έκανες;"
Ήταν η πρώτη ερώτηση που θα της έκανε..
Ανατρίχιαζε στη σκέψη της παγωμένης του φωνής, που ήταν χειρότερη από κραυγές λύκου.
"Ήταν ατύχημα",θα ψιθύριζε εκείνη.
"Όχι, Ελένη...Είναι έλλειψη σεβασμού. Είναι ο τρόπος σου να μου δείχνεις ότι τίποτα από όσα μου ανήκουν δεν έχει αξία για σένα."
Έχουν;
θα φώναζε στο αυτί της...
Η Ελένη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
Η κακοποίηση δεν ξεκινά πάντα με ένα σηκωμένο χέρι.
Ξεκινά με την απομυθοποίηση της πραγματικότητας.
Με το να σε πείθουν ότι η δική σου απροσεξία είναι "επίθεση" και η δική τους οργή είναι η "δικαιολογημένη αντίδραση" που εσύ του προκάλεσες.
Μάζεψε τα κομμάτια γρήγορα, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά στον λαιμό της.
Κοίταξε το αίμα στην άκρη του δείκτη της από μια μικρή αιχμή πορσελάνης.
Δεν το ένιωσε καν.
Είχε συνηθίσει να αιμορραγεί εσωτερικά τόσο καιρό, που μια σταγόνα στο δάχτυλο έμοιαζε με παράσημο.
Άνοιξε τον κάδο των απορριμμάτων, αλλά σταμάτησε. Αν το έκρυβε, θα ήταν "ψέμα".
Αν πάλι το ομολογούσε, θα ήταν "πρόκληση".
Στο σκάκι που έπαιζαν κάθε βράδυ, εκείνη ξεκινούσε πάντα χωρίς βασίλισσα,έτσι γιατί αυτού του γούσταρε.
Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο.
Ο ήλιος έδυε, βάφοντας τον ορίζοντα με ένα βίαιο πορτοκαλί.
Σκέφτηκε πως το φλιτζάνι, ακόμα και σπασμένο, ήταν τυχερό.
Αυτό τουλάχιστον δεν χρειαζόταν
να προσποιηθεί ότι είναι ολόκληρο.
Άκουσε το κλειδί να γυρνά στην κλειδαριά.
Η ανάσα της κόπηκε.
Έσφιξε τα σπασμένα κομμάτια στην ποδιά της, νιώθοντας τις αιχμές να πιέζουν το δέρμα της.
"Είμαι εδώ",ψιθύρισε...
Ο Θεός βοηθός...
"Ελένη";
Η φωνή του δεν ήταν δυνατή.
Ήταν χαμηλή, σχεδόν βελούδινη, αλλά είχε αυτή την κρυάδα,που έχουν οι τοίχοι στα μουχλιασμένα υπόγεια.
Εκείνη στάθηκε ακίνητη στην κουζίνα, μια ζωντανή νεκρή μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Τα σπασμένα κομμάτια στην ποδιά της βάρυναν σαν πέτρες.
"Στην κουζίνα είμαι"..., αποκρίθηκε, και η φωνή της ακούστηκε ξένη, μια λεπτή κόκκινη κλωστή έτοιμη να κοπεί.
Εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας.
Έβγαλε το σακάκι του και το άφησε με ακρίβεια στην πλάτη της καρέκλας.
Το βλέμμα του σάρωσε τον χώρο με τη σιγουριά ελεγκτή.
Πέρασε από τα ευθυγραμμισμένα χαλιά, στις κουρτίνες,σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο στον άδειο δίσκο του τσαγιού και κατέληξε στα μάτια της.
"Μυρίζει λεβάντα", είπε εκείνος, πλησιάζοντας.
Αλλά κάτι δεν πάει καλά.
Γιατί είσαι σφιγμένη;
Τι έκανες πάλι, Ελένη;"
Το "πάλι" αιωρήθηκε στον αέρα σαν κατηγορητήριο.
Η Ελένη ένιωσε την πορσελάνη να της χαράζει το πόδι μέσα από το ύφασμα της ποδιάς.
Ήταν η στιγμή της επιλογής: η σιωπή που παρατείνει το μαρτύριο ή η ομολογία που πυροδοτεί την έκρηξη.
"Να...μου γλίστρησε το φλιτζάνι σου"... είπε γρήγορα, πριν προλάβει ο φόβος να της πνίξει τις λέξεις.
"Το αγαπημένο σου. Θα σου πάρω άλλο, ακριβώς το ίδιο, αύριο κιόλας..."
Εκείνος δεν αντέδρασε αμέσως. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, τόσο κοντά που μπορούσε να μυρίσει το κρύο του δρόμου πάνω στο πουκάμισό του.
Άπλωσε το χέρι του και έπιασε απαλά το πηγούνι της, αναγκάζοντάς την να τον κοιτάξει.
"Δεν με νοιάζει το φλιτζάνι, Ελένη. Πόσες φορές πρέπει να στο πω;
Είναι η απροσεξία σου.
Είναι που δεν μπορείς να κρατήσεις ούτε ένα πράγμα ακέραιο.
Σαν να θέλεις να σπάσεις ό,τι χτίζω με τόσο κόπο.
Γιατί με τιμωρείς έτσι;"
Η διαστρέβλωση της πραγματικότητας ολοκληρώθηκε. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η δική της ατυχία είχε μετατραπεί σε δική του θυσία.
Εκείνη χαμήλωσε τα μάτια.
Το αίμα στο δάχτυλό της είχε στεγνώσει, αλλά η πληγή μέσα της άνοιγε διάπλατα.
Καθώς εκείνος άρχισε να της εξηγεί, με εκείνον τον υπομονετικό, διδακτικό τόνο, πόσο "δύσκολη" κάνει τη ζωή τους, η Ελένη έσφιξε τη γροθιά της πάνω από την ποδιά.
Μια αιχμή της πορσελάνης τρύπησε το δέρμα της παλάμης της.
Αυτός ο μικρός, καθαρός πόνος ήταν η μόνη της αλήθεια.
Για πρώτη φορά, δεν ένιωσε μόνο φόβο.
Ένιωσε πως το φλιτζάνι δεν έσπασε τυχαία.
Ίσως ήταν η αρχή για να σπάσουν κι άλλα πράγματα.
"Με ακούς όταν σου μιλάω ηλίθια"
ρώτησε εκείνος, η φωνή του τώρα λίγο πιο τραχιά.
"Σε ακούω", ψιθύρισε.
Αλλά μέσα της, για πρώτη φορά, άκουγε και τον ήχο από τα θρύψαλα που αρνούνταν να κολλήσουν.
"Σε ακούω", επανέλαβε, και αυτή τη φορά η φωνή της δεν ήταν σαν κλωστή, αλλά σκληρό σύρμα.
Εκείνος έσφιξε το πηγούνι της πιο δυνατά, το βλέμμα του σκοτεινό, έτοιμο να καταπιεί το λιγοστό φως που είχε απομείνει στην κουζίνα. "Τότε γιατί δεν με κοιτάς;
Γιατί στέκεσαι εκεί σαν άγαλμα;
Ξέρεις τι θυσίες κάνω για να έχεις αυτό το σπίτι, αυτή τη ζωή...;"
Η Ελένη ένιωσε την αιχμή της πορσελάνης στην παλάμη της να φτάνει βαθιά.
Ο πόνος ήταν λυτρωτικός.
Της θύμιζε πως ήταν ακόμα ζωντανή, πως κάτω από το άρωμα της λεβάντας υπήρχε ακόμα αίμα που έτρεχε.
Άνοιξε σιγά σιγά την ποδιά της.
Τα τρία σπασμένα κομμάτια έπεσαν ξανά στο μάρμαρο με έναν κρότο που ακούστηκε σαν πυροβολισμός μέσα στη νεκρική σιγή του σπιτιού.
Εκείνος πάγωσε.
Η έκπληξη στο πρόσωπό του γρήγορα μετατράπηκε σε μια άσχημη, κόκκινη οργή.
"Τι κάνεις, Ελένη; Τι είναι αυτό;"
"Είναι η ελευθερία μου άχρηστε! "είπε ψυχρά.
Πριν προλάβει να αρθρώσει άλλη λέξη, η Ελένη έκανε κάτι που δεν είχε τολμήσει ποτέ.
Δεν χαμήλωσε το βλέμμα.
Αντίθετα, έκανε ένα βήμα μπροστά, πατώντας πάνω στα θρύψαλα.
Ο ήχος της σπασμένης πορσελάνης κάτω από τις σόλες της ήταν η πιο γλυκιά μουσική που είχε ακούσει ποτέ.
"Το φλιτζάνι έσπασε γιατί δεν άντεχε άλλο να είναι τέλειο. Όπως κι εγώ". συνέχισε, και το χέρι της, το ματωμένο, άφησε μια κόκκινη κηλίδα στο λευκό του πουκάμισο καθώς τον έσπρωξε ελαφρά για να περάσει.
"Πού πας; Δεν τελειώσαμε!
Γύρνα εδώ!" ούρλιαξε εκείνος, η φωνή του τώρα πια στερημένη από κάθε βελούδινη επικάλυψη, απογυμνωμένη, μικρή.
Η Ελένη δεν απάντησε.
Προχώρησε στο διάδρομο, αδιαφορώντας αν οι γωνίες των χαλιών τσαλακώνονταν κάτω από τα βήματά της.
Έφτασε στην εξώπορτα και την άνοιξε διάπλατα.
Ο αέρας της νύχτας, άγριος και καθαρός, όρμησε μέσα, παρασέρνοντας τη μυρωδιά της λεβάντας και της κλεισούρας.
Στάθηκε για μια στιγμή στο κατώφλι. Κοίταξε πίσω της το σπίτι-μουσείο, τον άντρα που νόμιζε πως την κατείχε και το σκάκι που έμενε πάντα ημιτελές.
"Απόψε"... είπε σιγανά,
"Η βασίλισσα βγήκε από το κουτί,κι σε χαιρετά"!
Βγήκε στο δρόμο χωρίς μπουφάν χωρίς κλειδιά, χωρίς σχέδιο.
Το μόνο που είχε ήταν μια μικρή πληγή στην παλάμη και την απέραντη, τρομακτική αλλά δική της, νύχτα μπροστά της.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η καταιγίδα δεν ξέσπασε πάνω της.
Η καταιγίδα ήταν η ίδια.
Εύα Αλιβιζάτου 🪽






Comments