ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ- ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ
- ΜΙΝΑ ΜΠΟΥΛΕΚΟΥ

- 12 minutes ago
- 14 min read

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ – ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ
Όταν η ποίηση βλέπει πέρα από τον χρόνο
Ένα στοχαστικό και φιλοσοφικό δοκίμιο
στο φως, το μέτρο, τη μνήμη και τον άνθρωπο
Της Μίνας Μπουλέκου
Εισαγωγή
Το «Προφητικόν» αποτελεί μία από τις κορυφαίες ποιητικές στιγμές του δεύτερου μέρους, των «Παθών», του μνημειώδους έργου του Οδυσσέα Ελύτη «Το Άξιον Εστί», που εκδόθηκε το 1959. Μέσα από έναν λόγο οραματικό, σχεδόν αποκαλυπτικό, ο ποιητής δεν περιορίζεται στην ιστορική εμπειρία του τόπου του· στρέφει το βλέμμα προς τον άνθρωπο και προς όσα μπορούν να συμβούν όταν μια κοινωνία απομακρύνεται από τη μνήμη, το μέτρο, την ελευθερία και την πνευματική της συνείδηση.
Στο «Προφητικόν» τα δεινά, οι δοκιμασίες και η αλλοτρίωση του κόσμου δεν εμφανίζονται ως γεγονότα εγκλωβισμένα σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο. Αποκτούν μια παράξενη διαχρονικότητα. Ο ποιητικός λόγος μοιάζει να διασχίζει τις εποχές και να συναντά τον άνθρωπο κάθε φορά που εκείνος παραδίδει κάτι από την εσωτερική του ελευθερία, κάθε φορά που η αξία υποχωρεί μπροστά στη σκοπιμότητα και η συνείδηση συνηθίζει εκείνο που κάποτε θα την είχε εξεγείρει.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινή προοπτική, ο Ελύτης δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο στην ήττα. Η ποίησή του διατηρεί μια βαθύτερη προσδοκία αποκατάστασης, μια πίστη ότι όσα καταπιέστηκαν, όσα σιωπήθηκαν και όσα εξορίστηκαν από την πραγματικότητα μπορούν κάποτε να επιστρέψουν διεκδικώντας τη θέση τους. Ίσως γι’ αυτό η εμβληματική φράση του, «Καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση», εξακολουθεί να ακούγεται με τέτοια δύναμη: όχι ως κάλεσμα αντεκδίκησης, αλλά ως ποιητική απαίτηση να επιστραφεί στον άνθρωπο εκείνο που του αφαιρέθηκε — η δυνατότητα να οραματίζεται έναν κόσμο αντάξιο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Από αυτήν ακριβώς τη διαχρονικότητα ξεκινά και το παρόν δοκίμιο. Όχι για να αναζητήσει στο «Προφητικόν» μια κυριολεκτική πρόβλεψη του μέλλοντος, αλλά για να αναρωτηθεί γιατί ένας ποιητικός λόγος γραμμένος σε μια άλλη εποχή μπορεί να μοιάζει σήμερα τόσο ανησυχητικά οικείος. Και κυρίως, για να εξετάσει τι συμβαίνει όταν ο ευτελισμός παύει να μας εκπλήσσει, όταν η απώλεια του μέτρου γίνεται καθημερινότητα και όταν ο άνθρωπος κινδυνεύει να συνηθίσει εκείνο ακριβώς που θα έπρεπε να αρνείται.
Όταν η ποίηση βλέπει πέρα από τον χρόνο- Η ποίηση ως προφητική συνείδηση
Υπάρχουν ποιητές που γράφουν για την εποχή τους και ποιητές που, ξεκινώντας από την εποχή τους, κατορθώνουν να την υπερβούν. Δεν προβλέπουν το μέλλον· διακρίνουν όμως μέσα στο παρόν εκείνες τις αθέατες δυνάμεις που αργότερα θα το διαμορφώσουν. Βλέπουν τις ρωγμές πριν γίνουν χάσματα, ακούν τον υπόκωφο θόρυβο της Ιστορίας πριν μεταβληθεί σε κραυγή και αισθάνονται την πνευματική μετατόπιση ενός κόσμου προτού ακόμη ο ίδιος ο κόσμος αντιληφθεί ότι αλλάζει.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκει ο Οδυσσέας Ελύτης. Και ίσως γι’ αυτό το «Προφητικόν» του Άξιον Εστί εξακολουθεί να προκαλεί εκείνη την παράξενη αίσθηση που γεννούν τα μεγάλα έργα: την αίσθηση ότι γράφτηκαν κάποτε, αλλά απευθύνονται σε εμάς τώρα.
Η προφητεία στην ποίηση δεν είναι πρόβλεψη γεγονότων. Είναι αποκάλυψη της ανθρώπινης επανάληψης. Ο ποιητής δεν γνωρίζει τι ακριβώς θα συμβεί· γνωρίζει όμως τον άνθρωπο. Γνωρίζει την εξουσία και τον φόβο, τη λήθη και την αδικία, την έπαρση και την πτώση. Γνωρίζει ακόμη ότι οι κοινωνίες, όταν χάνουν το μέτρο τους, αρχίζουν να χάνουν και τη μνήμη τους. Και όταν ένας λαός παύει να θυμάται ποιος υπήρξε, γίνεται ευάλωτος σε όποιον θελήσει να του υπαγορεύσει ποιος πρέπει να γίνει.
Το Άξιον Εστί είναι ένα μεγάλο ποιητικό οικοδόμημα και ταυτόχρονα μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Μέσα του η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται μόνο ως γεωγραφικός τόπος. Γίνεται εμπειρία, ιστορική δοκιμασία, γλώσσα, φως, θάλασσα, πληγή και αντίσταση. Η πέτρα, το Αιγαίο, ο άνεμος, τα βουνά, τα μικρά ξωκλήσια, το σώμα του ανθρώπου και η μνήμη των νεκρών συνυπάρχουν μέσα σε μια ενιαία πνευματική γεωγραφία.
Και μέσα σε αυτή τη γεωγραφία εμφανίζεται το «Προφητικόν». Δεν έρχεται για να καθησυχάσει. Έρχεται για να αφυπνίσει. Γιατί κάθε αληθινή προφητεία είναι πρωτίστως μια προειδοποίηση προς τη συνείδηση. Δεν μας λέει μόνο τι μπορεί να συμβεί. Μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει ήδη μέσα μας.
Η Ιστορία ως επανάληψη της ανθρώπινης φύσης
Ο άνθρωπος συνηθίζει να πιστεύει ότι η Ιστορία προχωρεί πάντοτε προς τα εμπρός. Ότι η γνώση συσσωρεύεται, οι κοινωνίες ωριμάζουν και οι παλαιές βαρβαρότητες δεν μπορούν να επιστρέψουν με την ίδια μορφή. Κι όμως, η Ιστορία δεν κινείται μόνο ευθύγραμμα. Κάποτε επιστρέφει. Όχι επειδή επαναλαμβάνονται αναγκαστικά τα ίδια γεγονότα, αλλά επειδή επαναλαμβάνονται οι ίδιες ανθρώπινες αδυναμίες: η απληστία, η ανάγκη κυριαρχίας, η αδιαφορία απέναντι στον άλλον, η ευκολία με την οποία ο φόβος μετατρέπεται σε υπακοή και η υπακοή σε σιωπή.
Η παρακμή δεν αρχίζει με την καταστροφή. Αρχίζει με τη συνήθεια. Με τη στιγμή που η αδικία παύει να μας εκπλήσσει. Με τη στιγμή που η βία γίνεται εικόνα ανάμεσα σε άλλες εικόνες. Με τη στιγμή που η ανθρώπινη δυστυχία μετατρέπεται σε αριθμό. Με τη στιγμή που ο άνθρωπος γνωρίζει, αλλά δεν αισθάνεται πλέον την ανάγκη να αντιδράσει. Τότε η κοινωνία μπορεί ακόμη να λειτουργεί, οι δρόμοι να γεμίζουν και οι άνθρωποι να σχεδιάζουν το αύριο· κι όμως κάτι θεμελιώδες έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει: η εσωτερική αντίσταση της συνείδησης.
Ο άνθρωπος απέναντι στη λήθη
Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία του ανθρώπου δεν είναι ότι υποφέρει. Είναι ότι ξεχνά. Ξεχνά τι τον πλήγωσε, τι τον δίδαξε η Ιστορία, ποιο τίμημα πλήρωσαν άλλοι πριν από εκείνον για ελευθερίες που σήμερα θεωρεί αυτονόητες. Και όταν η μνήμη αποδυναμώνεται, η κοινωνία αρχίζει να επαναλαμβάνει όσα πίστευε πως είχε οριστικά ξεπεράσει.
Γι’ αυτό η ποίηση του Ελύτη είναι βαθιά συνδεδεμένη με τη μνήμη. Όχι με μια μνήμη μουσειακή, που φυλάσσει το παρελθόν σαν ακίνητο έκθεμα, αλλά με μια μνήμη ζωντανή. Μια μνήμη που αναλαμβάνει ευθύνη. Το παρελθόν δεν μας ζητά να το θαυμάζουμε. Μας ζητά να το κατανοούμε και να αποδεικνύουμε με τον τρόπο που ζούμε ότι οι θυσίες εκείνων που προηγήθηκαν δεν μετατράπηκαν σε κενές επετείους.
Από το «Άξιον» στον ευτελισμό της εποχής
Υπάρχουν εποχές που δοκιμάζονται από τη φτώχεια, τον πόλεμο και την καταστροφή. Και υπάρχουν άλλες, περισσότερο ύπουλες, που δοκιμάζονται από κάτι δυσκολότερο να ονομαστεί: από τη σταδιακή έκπτωση του νοήματος. Τότε τίποτε δεν καταρρέει θεαματικά. Οι πόλεις εξακολουθούν να φωτίζονται, οι άνθρωποι εργάζονται και επικοινωνούν, οι οθόνες γεμίζουν εικόνες, οι ειδήσεις διαδέχονται η μία την άλλη με ταχύτητα που δεν επιτρέπει ούτε τη μνήμη ούτε το πένθος. Κι όμως, κάπου βαθύτερα, κάτι υποχωρεί: το μέτρο, η αιδώς, η διάκριση ανάμεσα στο σημαντικό και στο ασήμαντο.
Ο πραγματικός ευτελισμός μιας εποχής δεν αρχίζει όταν χάνει τα υλικά της αγαθά. Αρχίζει όταν χάνει την ικανότητα να ξεχωρίζει τι αξίζει. Όταν η ανθρώπινη τραγωδία γίνεται τίτλος για λίγες ώρες, η ιδιωτική ζωή μετατρέπεται σε δημόσια έκθεση, ο πόνος καταναλώνεται ως εικόνα και η επιτυχία συγχέεται με την προβολή, τότε ο άνθρωπος κινδυνεύει να αντιμετωπίζει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό ως προϊόν προς έκθεση.
Δεν ρωτά πλέον «Ποιος είμαι;». Ρωτά «Πώς φαίνομαι;». Και ανάμεσα στα δύο αυτά ερωτήματα χωρά ολόκληρη η πνευματική κρίση μιας εποχής.
Από το «Άξιον» στο «πόσο κοστίζει»
Ο τίτλος Άξιον Εστί αποκτά σήμερα μια οδυνηρή επικαιρότητα, επειδή μας αναγκάζει να επιστρέψουμε στην έννοια της αξίας. Ζούμε σε έναν κόσμο που έμαθε εξαιρετικά καλά να υπολογίζει την τιμή των πραγμάτων, αλλά όχι πάντοτε την αξία τους. Μετράμε την παραγωγικότητα, την απήχηση, τους αριθμούς και τις προβολές. Αλλά με ποια μονάδα μετριέται η αξιοπρέπεια; Πόσο κοστίζει η συνείδηση; Πώς αποτιμάται μια πράξη αλληλεγγύης που δεν φωτογραφήθηκε ποτέ;
Υπάρχουν πράγματα που, από τη στιγμή που αποκτούν τιμή, κινδυνεύουν να χάσουν την αξία τους: η φιλία, η αγάπη, η αλήθεια, η μνήμη, η αξιοπρέπεια, η ελευθερία. Ο πολιτισμός αρχίζει να παρακμάζει όταν παύει να αναγνωρίζει αυτή τη διαφορά.
Ο ευτελισμός της γλώσσας
Ο Ελύτης γνώριζε τη δύναμη της λέξης. Στο έργο του η γλώσσα είναι τόπος μνήμης, ιστορία, αισθητική και τρόπος να αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος τον κόσμο. Γι’ αυτό ο ευτελισμός της γλώσσας δεν είναι αθώος. Όταν οι λέξεις χάνουν το βάρος τους, κινδυνεύουν να χάσουν το βάρος τους και οι έννοιες που μεταφέρουν.
Η γλώσσα δεν φτωχαίνει μόνο όταν μειώνονται οι λέξεις της. Φτωχαίνει όταν μειώνεται το βάθος τους. Και μια κοινωνία που δεν διαθέτει λέξεις για να εκφράσει τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης εμπειρίας κινδυνεύει σταδιακά να πάψει και να τις αισθάνεται.
Οι νέοι βάρβαροι δεν έρχονται απ’ έξω
Ίσως οι βάρβαροι να μην έρχονται πια από μακριά. Ίσως να μην ακούγονται τα βήματά τους στις πύλες των πόλεων, να μη σηκώνεται σκόνη στον ορίζοντα, να μη διακρίνονται στρατεύματα πίσω από τα τείχη. Ίσως οι νέοι βάρβαροι να έχουν μάθει να κατοικούν αθόρυβα μέσα μας.
Να εμφανίζονται κάθε φορά που συνηθίζουμε το ανάξιο. Κάθε φορά που το ευτελές παύει να μας ενοχλεί. Κάθε φορά που η χυδαιότητα βαφτίζεται αυθεντικότητα, η αλαζονεία αυτοπεποίθηση, η δημόσια διαπόμπευση ενημέρωση, η αδιαφορία ρεαλισμός και η πνευματική ένδεια ελευθερία επιλογής.
Γιατί η βαρβαρότητα δεν είναι πάντοτε η άρνηση του πολιτισμού. Μπορεί να είναι και η κενή μορφή του. Ένας πολιτισμός με εντυπωσιακά οικοδομήματα αλλά χωρίς εσωτερικό ύψος. Με αμέτρητες πληροφορίες αλλά χωρίς σοφία. Με τεχνολογική δύναμη αλλά χωρίς ανάλογη ηθική ωριμότητα.
Ο πολιτισμός της επιφάνειας
Ο σύγχρονος άνθρωπος απέκτησε τη δυνατότητα να είναι παντού και κινδυνεύει να μην κατοικεί πουθενά. Μπορεί να έχει πρόσβαση μέσα σε δευτερόλεπτα σε βιβλιοθήκες γνώσης που προηγούμενες γενιές δεν θα μπορούσαν να φανταστούν. Κι όμως, η δυνατότητα δεν αποτελεί από μόνη της κατάκτηση. Μπορείς να έχεις πρόσβαση σε ολόκληρη τη γνώση του κόσμου και να παραμένεις ανυποψίαστος.
Εδώ γεννιέται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας: ο άνθρωπος έγινε περισσότερο ορατός και λιγότερο γνωστός. Εκθέτει τη ζωή του, αλλά κρύβει την ύπαρξή του. Δείχνει το πρόσωπό του, αλλά δυσκολεύεται να αποκαλύψει την ψυχή του. Αναζητά αδιάκοπα βλέμματα στραμμένα επάνω του, ενώ βαθιά μέσα του λαχταρά έναν άνθρωπο που θα τον κοιτάξει πραγματικά.
Η μεγάλη ανταλλαγή
Κάθε εποχή κάνει τις δικές της ανταλλαγές. Η δική μας φαίνεται να ανταλλάσσει το βάθος με την ταχύτητα, τη διάρκεια με την αμεσότητα, τη μνήμη με την επικαιρότητα, την ιδιωτικότητα με την προβολή, την περισυλλογή με τη συνεχή διέγερση και τη δυσκολία της γνώσης με την ευκολία της πληροφορίας.
Μάθαμε να φοβόμαστε τη σιωπή, ενώ μέσα στη σιωπή ο άνθρωπος συναντά όσα ο θόρυβος τού επιτρέπει να αποφεύγει. Έτσι δημιουργήθηκε ένας άνθρωπος που πρέπει συνεχώς να κάνει, να βλέπει, να ακούει, να δημοσιεύει και να σχολιάζει κάτι. Σαν να φοβάται ότι, αν σταματήσει, θα βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωπος με το δυσκολότερο πρόσωπο της ζωής του: το δικό του.
Όταν η ελευθερία γίνεται κατανάλωση
Μία από τις μεγάλες αυταπάτες της εποχής είναι η ταύτιση της ελευθερίας με την απεριόριστη επιλογή. Αλλά η ύπαρξη πολλών επιλογών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ελευθερία. Ελεύθερος δεν είναι εκείνος που μπορεί να επιλέξει τα πάντα. Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να αρνηθεί εκείνο που τον υποβιβάζει.
Η πραγματική ελευθερία προϋποθέτει την ικανότητα του ανθρώπου να μένει μόνος όταν χρειάζεται, να αντέχει να μη χειροκροτείται, να υπερασπίζεται μια αρχή ακόμη και όταν αυτή δεν του προσφέρει προσωπικό όφελος. Εκεί δοκιμάζεται η ελευθερία: όταν θα μπορούσαμε να προδώσουμε τον εαυτό μας και επιλέγουμε να μην το κάνουμε.
Η δημοκρατία της κραυγής
Η δημόσια ζωή κινδυνεύει να γίνει αντιπαράθεση εντυπώσεων. Δεν έχει σημασία πάντοτε ποιος έχει το ισχυρότερο επιχείρημα, αλλά ποιος θα επικρατήσει στον θόρυβο. Όμως η αλήθεια συχνά είναι σύνθετη. Χρειάζεται χρόνο, αποχρώσεις, την ταπεινότητα του «δεν γνωρίζω» και τη δύναμη να αλλάζεις άποψη χωρίς να θεωρείς τη μεταβολή ήττα.
Όταν αυτά χάνονται, η δημοκρατία διατηρεί τη μορφή της αλλά χάνει σταδιακά το ήθος της. Γιατί δημοκρατία χωρίς διάλογο γίνεται παράλληλος μονόλογος. Και κοινωνία όπου όλοι μιλούν αλλά κανείς δεν ακούει καταλήγει να είναι μια κοινωνία βαθιά μόνη.
Η βιομηχανία της αγανάκτησης
Ο σύγχρονος άνθρωπος αγανακτεί πολύ, αλλά θυμάται λίγο. Ένα γεγονός προκαλεί οργή, ύστερα έρχεται το επόμενο και το προηγούμενο χάνεται κάτω από το βάρος της νέας επικαιρότητας. Έτσι δημιουργείται μια παράξενη μορφή συναισθηματικής κατανάλωσης: συγκλονιζόμαστε, σχολιάζουμε, καταδικάζουμε και συνεχίζουμε.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο άνθρωπος δεν αισθάνεται. Είναι ότι δεν προλαβαίνει να μετατρέψει το συναίσθημα σε συνείδηση. Γιατί η συνείδηση χρειάζεται διάρκεια, η δικαιοσύνη χρειάζεται μνήμη και η αλλαγή χρειάζεται επιμονή.
Η αιδώς ως ξεχασμένη αρετή
Υπάρχει μια παλιά ελληνική λέξη που σήμερα ακούγεται σχεδόν ξένη: αιδώς. Στον βαθύτερο πυρήνα της σημαίνει την εσωτερική αίσθηση του ορίου. Τη γνώση ότι υπάρχουν πράγματα που, ακόμη κι αν μπορούμε να τα κάνουμε, δεν πρέπει να τα κάνουμε. Όχι επειδή κάποιος μας παρακολουθεί, αλλά επειδή εμείς παρακολουθούμε τον εαυτό μας.
Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον νόμο και στο ήθος. Ο νόμος λέει «Δεν επιτρέπεται». Το ήθος λέει «Δεν θα το έκανα, ακόμη κι αν επιτρεπόταν». Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στους νόμους. Χρειάζεται ανθρώπους που έχουν εσωτερικά όρια.
Η δικτατορία του ασήμαντου
Δεν χρειάζεται να απαγορεύσεις στους ανθρώπους να σκέφτονται, αν μπορείς να τους κρατάς μονίμως απασχολημένους με πράγματα που δεν αξίζουν τη σκέψη τους. Δεν χρειάζεται να εξαφανίσεις τα μεγάλα ερωτήματα. Αρκεί να δημιουργήσεις τόσο θόρυβο γύρω τους ώστε να μην ακούγονται.
Η προσοχή μας είναι ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά που διαθέτουμε. Εκεί όπου πηγαίνει η προσοχή μας, πηγαίνει τελικά και η ζωή μας. Και αν χαρίσουμε ολόκληρη την προσοχή μας στο ασήμαντο, κάποια στιγμή θα ανακαλύψουμε ότι του χαρίσαμε και τον χρόνο μας — δηλαδή τη ζωή μας.
Ο ευτελισμός δεν είναι αισθητικό πρόβλημα
Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τον ευτελισμό ζήτημα καλού ή κακού γούστου. Είναι υπαρξιακός. Ο άνθρωπος ευτελίζεται όταν αποδέχεται μια μικρότερη εκδοχή του εαυτού του. Όταν πιστεύει ότι γεννήθηκε μόνο για να παράγει και να καταναλώνει. Όταν το σώμα του γίνεται προϊόν, η προσωπικότητά του εμπορικό σήμα, η ιδιωτική ζωή περιεχόμενο, η αγάπη συναλλαγή, η φιλία δικτύωση και ο χρόνος χρήμα.
Τότε δεν έχουμε μόνο οικονομία της αγοράς. Έχουμε αγορά της ύπαρξης. Και εκεί ο άνθρωπος κινδυνεύει να γίνει ταυτόχρονα ο πωλητής και το εμπόρευμα του εαυτού του.
Το μέτρο που χάσαμε
Οι αρχαίοι Έλληνες φοβούνταν την ύβρη επειδή γνώριζαν τι συμβαίνει όταν η δύναμη αποχωρίζεται από το μέτρο. Το μέτρο δεν ήταν μετριότητα. Ήταν γνώση των ορίων και επίγνωση ότι ο άνθρωπος μπορεί να δημιουργήσει, να κατακτήσει και να υπερβεί, αλλά δεν παύει ποτέ να έχει ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί όσα απέκτησε.
Σήμερα έχουμε δύναμη που προηγούμενες γενιές θα θεωρούσαν αδιανόητη. Κι όμως, το μεγάλο ερώτημα παραμένει σχεδόν αρχαίο: έγινε ο άνθρωπος σοφότερος όσο έγινε ισχυρότερος; Εκεί βρίσκεται το πραγματικό μέτρο της προόδου. Όχι σε όσα μπορούμε να κάνουμε, αλλά σε όσα, ενώ μπορούμε να κάνουμε, επιλέγουμε να μην κάνουμε επειδή γνωρίζουμε ότι θα πληγώσουν τον άνθρωπο.
Η πρόοδος χωρίς ηθικό προσανατολισμό είναι ταχύτητα χωρίς προορισμό. Και μια κοινωνία μπορεί να κινείται ιλιγγιωδώς προς τα εμπρός χωρίς να έχει αναρωτηθεί ποτέ προς τα πού πηγαίνει.
Η επιστροφή δεν βρίσκεται πίσω
Όταν μιλάμε για επιστροφή στο μέτρο, δεν εννοούμε επιστροφή στο παρελθόν. Το παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ τόσο αθώο όσο το κατασκευάζει η νοσταλγία. Χρειαζόμαστε κάτι δυσκολότερο: να πάρουμε από όσα προηγήθηκαν εκείνες τις αξίες που άντεξαν στον χρόνο και να τις μεταφέρουμε σε έναν κόσμο που άλλαξε.
Την αίσθηση του μέτρου, τη μνήμη, την ευγένεια, την ευθύνη, την αιδώ, την αξία της παιδείας, την ικανότητα να στεκόμαστε απέναντι στην ομορφιά χωρίς να ζητούμε να την καταναλώσουμε. Να επιστρέψουμε όχι προς τα πίσω αλλά προς τα μέσα. Γιατί ο χαμένος τόπος δεν βρίσκεται πάντοτε σε κάποια προηγούμενη εποχή. Μπορεί να βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.
Η ομορφιά ως μορφή αντίστασης
Στον Ελύτη η ομορφιά δεν είναι πολυτέλεια ούτε φυγή από την πραγματικότητα. Είναι ένας άλλος τρόπος να αντιστέκεσαι στην παραμόρφωσή της. Υπάρχουν εποχές όπου το να επιμένεις στην ομορφιά γίνεται πράξη αντίστασης: στην ομορφιά της τάξης, της αναλογίας, της καθαρότητας, της ανθρώπινης χειρονομίας που δεν αποσκοπεί σε ανταπόδοση.
Οι πολιτισμοί δεν σώζονται μόνο από τις μεγάλες πράξεις. Σώζονται και από μικρές καθημερινές πράξεις που αρνούνται να παραδώσουν την ανθρώπινη ζωή στο ευτελές.
Να ξαναδώσουμε βάρος στις λέξεις
Ίσως η πρώτη μεγάλη πράξη αντίστασης να είναι να επιστρέψουμε στις λέξεις το νόημά τους. Να μη λέμε «αγάπη» όταν εννοούμε κατοχή, «ελευθερία» όταν εννοούμε ασυδοσία, «αλήθεια» όταν εννοούμε τη δική μας εκδοχή της πραγματικότητας, «δημοκρατία» όταν δεν αντέχουμε να ακούμε τον άνθρωπο που διαφωνεί μαζί μας, «πρόοδος» μόνο επειδή κινούμαστε γρηγορότερα.
Οι λέξεις είναι δοχεία μνήμης. Αν τις αδειάσουμε, κάποτε θα μείνουν μόνο οι ήχοι τους. Γι’ αυτό η υπεράσπιση της γλώσσας είναι υπεράσπιση της σκέψης και η υπεράσπιση της σκέψης είναι υπεράσπιση της ελευθερίας.
Η αξιοπρέπεια ως τελευταία πατρίδα
Μπορούν να αφαιρεθούν πολλά από έναν άνθρωπο: η περιουσία, η κοινωνική θέση, η αναγνώριση, η δύναμη, η νεότητα. Υπάρχει όμως κάτι που δεν μπορεί να του αφαιρεθεί χωρίς τη δική του συμμετοχή: η αξιοπρέπεια. Είναι η τελευταία εσωτερική πατρίδα. Ο τόπος όπου ο άνθρωπος παραμένει κύριος του εαυτού του ακόμη κι όταν οι εξωτερικές συνθήκες τον έχουν νικήσει.
Εκεί δεν υπάρχουν τίτλοι, αξιώματα, κοινά. Υπάρχει μόνο η συνείδηση και μια ερώτηση: μπορώ ακόμη να κοιτάξω τον εαυτό μου χωρίς να χαμηλώσω τα μάτια; Ίσως αυτή να είναι η αυστηρότερη κρίση που θα αντιμετωπίσουμε ποτέ.
Η παιδεία απέναντι στον ευτελισμό
Καμία κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την πνευματική της παρακμή χωρίς παιδεία. Όχι εκπαίδευση μόνο. Παιδεία. Η εκπαίδευση μπορεί να σου μάθει πώς να κάνεις κάτι. Η παιδεία σε αναγκάζει να αναρωτηθείς γιατί το κάνεις.
Αν δεν δημιουργήσουμε ανθρώπους ικανούς να αναγνωρίζουν την αδικία, να αμφισβητούν, να διαβάζουν βαθύτερα από τον τίτλο, να κατανοούν την Ιστορία και να αισθάνονται την ευθύνη τους απέναντι στον άλλον, τότε θα έχουμε καταρτισμένους ανθρώπους χωρίς αναγκαστικά να έχουμε καλλιεργημένους πολίτες.
Η γενιά που θα έρθει
Ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη μας να αφορά εκείνους που θα έρθουν. Τι είδους άνθρωπο θα τους έχουμε διδάξει να γίνουν; Θα τους έχουμε μάθει ότι αξίζει μόνο ό,τι αποδίδει, ότι επιτυχία σημαίνει να σε γνωρίζουν, ότι ευτυχία σημαίνει να αποκτάς, ότι όποιος φωνάζει περισσότερο έχει περισσότερο δίκιο;
Ή θα τους έχουμε αφήσει την ικανότητα να θαυμάζουν, να αμφιβάλλουν, να διαβάζουν, να συγχωρούν χωρίς να ξεχνούν το μάθημα, να υπερασπίζονται χωρίς να μισούν, να αποτυγχάνουν χωρίς να θεωρούν ότι η αξία τους τελείωσε, να αγαπούν χωρίς να μετατρέπουν τον άλλον σε ιδιοκτησία; Αν τους αφήσουμε αυτά, ίσως τους έχουμε αφήσει περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε.
Ο άνθρωπος που δεν χειροκροτεί
Κάθε εποχή έχει ανάγκη από ανθρώπους που αρνούνται να χειροκροτήσουν εκείνο που θεωρούν ανάξιο. Από ανθρώπους που μπορούν να σταθούν μέσα στο πλήθος χωρίς να γίνουν πλήθος. Να ακούν χωρίς να παρασύρονται. Να διαφωνούν χωρίς να εξευτελίζουν. Να αντιστέκονται χωρίς να γίνονται όμοιοι με εκείνους στους οποίους αντιστέκονται.
Είναι εύκολο να πολεμήσεις την ασχήμια χρησιμοποιώντας τα δικά της όπλα. Δυσκολότερο είναι να την πολεμήσεις χωρίς να επιτρέψεις να εγκατασταθεί μέσα σου. Ο άνθρωπος που υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια εξευτελίζοντας τον αντίπαλό του έχει ήδη χάσει μέρος εκείνου που ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται. Το μέτρο αρχίζει από τον τρόπο.
Τι είναι, λοιπόν, «Άξιον» σήμερα;
Άξιον είναι να παραμένεις άνθρωπος όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε αριθμό. Να υπερασπίζεσαι τον αδύναμο χωρίς να περιμένεις ανταμοιβή. Να σκέφτεσαι όταν όλοι απαιτούν να διαλέξεις στρατόπεδο πριν προλάβεις να σκεφτείς. Να διατηρείς τη μνήμη, να υπερασπίζεσαι τη γλώσσα, να μη χλευάζεις την ευαισθησία, να μη συγχέεις την καλοσύνη με την με την αδυναμία και τη χυδαιότητα με την ειλικρίνεια.
Άξιον εστί ο άνθρωπος που έπεσε και δεν έκανε την πτώση του άλλοθι για να γίνει σκληρός. Εκείνος που γνώρισε την αδικία και δεν αποφάσισε να γίνει άδικος. Εκείνος που πληγώθηκε και δεν έκανε την πληγή του όπλο. Εκείνος που απέκτησε δύναμη και θυμήθηκε την εποχή που ήταν αδύναμος. Εκείνος που μπορούσε να ταπεινώσει και επέλεξε να προστατεύσει.
Άξιον εστί ο άνθρωπος που δεν επέτρεψε στην εποχή του να αποφασίσει εξ ολοκλήρου ποιος θα γίνει. Γιατί κάθε εποχή μάς παραδίδει έναν κόσμο. Αλλά δεν έχει δικαίωμα να μας υπαγορεύσει την ψυχή. Αυτή παραμένει δική μας ευθύνη.
Επίμετρο – Η χώρα του φωτός
Κάποτε θα φύγουμε όλοι. Οι φωνές μας θα σβήσουν από τα δωμάτια. Τα αντικείμενα που φυλάξαμε θα περάσουν σε άλλα χέρια. Τα ονόματά μας θα μείνουν για λίγο σε κάποια χαρτιά, σε μερικές φωτογραφίες, σε λίγες μνήμες ανθρώπων που μας αγάπησαν. Και ύστερα ο χρόνος θα συνεχίσει, όπως πάντοτε.
Τότε ίσως αποδειχθεί πόσο μικρά ήταν πολλά από εκείνα για τα οποία αγωνιστήκαμε τόσο πολύ: οι διακρίσεις, οι ματαιοδοξίες, οι ανταγωνισμοί, η ανάγκη να αποδείξουμε ότι είχαμε δίκιο, η αγωνία να φανούμε σημαντικοί. Και ίσως μείνουν άλλα: μια πράξη καλοσύνης που κάποιος άλλος δεν ξέχασε ποτέ, ένα παιδί που ενθαρρύναμε, ένας άνθρωπος που δεν εγκαταλείψαμε, μια αδικία μπροστά στην οποία δεν σωπάσαμε, ένα βιβλίο που γράψαμε, μια λέξη που κράτησε κάποιον όρθιο.
Ίσως αυτά να είναι τελικά τα αληθινά ίχνη του ανθρώπου. Όχι όσα κατείχε. Όσα άφησε μέσα στους άλλους.
Το φως του Ελύτη δεν είναι φως που κατεβαίνει από έναν άφθαρτο ουρανό για να μας σώσει. Είναι εκείνο που ο άνθρωπος οφείλει να κρατήσει αναμμένο ενώ γνωρίζει ότι είναι περαστικός. Να δημιουργήσει, ενώ γνωρίζει ότι θα φύγει. Να αγαπήσει, ενώ γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει. Να υπερασπιστεί το δίκαιο, ενώ γνωρίζει ότι η δικαιοσύνη ίσως αργήσει. Να παραμείνει ευγενής, ενώ η εποχή μπορεί να επιβραβεύει τον κυνισμό. Να κρατήσει το μέτρο, όταν γύρω του όλα το υπερβαίνουν.
Γιατί στο τέλος ίσως αυτό να είναι το μόνο αληθινό μέτρο μιας ζωής: όχι πόσο κόσμο κατακτήσαμε, αλλά πόσο κόσμο αρνηθήκαμε να καταστρέψουμε μέσα μας.
Να περάσει ο άνθρωπος από τον κόσμο χωρίς να επιτρέψει στον κόσμο να του αφαιρέσει τον άνθρωπο. Να περάσει μέσα από το σκοτάδι και να μη μάθει να το αποκαλεί φως. Να αντικρίσει τον ευτελισμό και να μην τον συνηθίσει. Να γνωρίσει την ύβρη και να επιστρέψει στο μέτρο. Να δει την ασχήμια και να εξακολουθήσει να πιστεύει στην ομορφιά.
Και όταν κάποτε έρθει η ώρα να αποχωρήσει, να έχει αφήσει πίσω του έστω μια μικρή περιοχή φωτός όπου ένας άλλος άνθρωπος θα μπορέσει να σταθεί και να θυμηθεί πως η μεγαλύτερη νίκη ενός πολιτισμού δεν είναι ότι έμαθε να κατακτά τον κόσμο, αλλά ότι μέσα σε όλες τις εποχές της πτώσης του δεν λησμόνησε τι σημαίνει να είναι άνθρωπος.
© Μίνα Μπουλέκου
Συγγραφέας-Ποιήτρια-Αρθρογράφος




Comments