Ο πωλητής με τα κυκλάμινα

Προχωρούσε στον δρόμο
σέρνοντας ένα καρότσι,
και διαλαλώντας:
"Ωραία κυκλάμινα!
Ωραία ροζ κυκλάμινα!"
Το βήμα του αργό, κουρασμένο,
από το βάρος και τα χρόνια.
Πού και πού σταματούσε.
Έτριβε την πονεμένη του μέση,
έπαιρνε μια βαθιά ανάσα
και συνέχιζε αγκομαχώντας,
καθώς οι ώρες περνούσαν
και οι διαβάτες πηγαινοέρχονταν
βιαστικοί και αδιάφοροι.
Ώρα με την ώρα η φωνή του
ξεθώριαζε όλο και πιο αδύναμη.
Τα κυκλάμινα έχασαν
τη ζωντάνια τους
κι έγερναν νυσταγμένα
τα κεφαλάκια τους.
Οι διαβάτες λιγόστεψαν.
Λίγο νερό ξεδίψασε
τα διψασμένα του χείλη
και ξύπνησε τα λουλούδια.
Στην τσέπη του κουδούνισαν
τα λιγοστά κέρματα.
Σκυφτός σαν τα κυκλάμινα,
με το καρότσι να τρίζει,
έτριψε το χιονισμένο του κεφάλι,
τέντωσε τα πονεμένα του μέλη
και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Νίκη Μσντζαβϊνου 🌹





Comments