Ο Άγγελος είχε φτερά 🪽
- ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ

- 4 minutes ago
- 7 min read

Δεν ήταν το βάρος του παιδιού που μεγάλωνε το πρόβλημά της. Ήξερε ότι θα άφηνε την οικογένειά της και θα μετακόμιζε σε μια χώρα που τα δικαιώματα του γιου της θα ήταν αντάξια των ειδικών προβλημάτων του.
«Τόση περιουσία, κι ο γιος της είναι ΑΜΕΑ· σε μας έτυχε;»
Άκουγε τον πατέρα της να μιλά στο τηλέφωνο με τον εξαφανισμένο χρόνια τώρα, αδερφό της, που "έκανε" τη ζωή του, σε κάθε μέρος της γης. Φυσικά, δεν έσπαγε τα αυγά με τον μπαμπά τους ο Τζανής, γιατί ήταν πολλά τα συμφέροντα. Αλλά κι ο μπαμπάς συγχωρούσε τον κανακάρη του. Το καμάρι του, το σπουδαγμένο στα κορυφαία σχολεία και κολέγια.
Εκείνο το βράδυ, επικράτησε σιωπή στο δείπνο.
Στο μυαλό της είχε αυτά που άκουσε τον πατέρα της να λέει.
Αυτός καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού, αδιάφορος, με ψυχρό βλέμμα, έμοιαζε με έπιπλο αντίκας που στόλιζε την τραπεζαρία.
«Ο Τζανής λέει να επενδύσει σε ένα οινοποιείο στην Τοσκάνη» είπε ο πατέρας της χωρίς να την κοιτάξει καν στα μάτια. «Έχει όραμα το αγόρι μου, αυτό το παιδί είναι πανέξυπνο. Όχι σαν κάποιους, που κοιτάνε μόνο πώς θα κλειστούν σε τέσσερις τοίχους».
Η λέξη "τοίχοι" χτύπησε σαν καρφί στην ψυχή της.
Ήξερε ότι εννοούσε τα ειδικά σχολεία, τη θεραπευτική υποστήριξη, τον διαφορετικό κόσμο του γιου της ‒ αυτόν που ο παππούς του αρνιόταν να κατανοήσει.
Για εκείνον, ο εγγονός του ήταν μια "χαλασμένη, ξεκούρδιστη επένδυση", ένα λάθος της φύσης, που λέρωσε το "καθαρό" γενεαλογικό τους δέντρο.
«Δεν είναι τοίχοι, μπαμπά.
Είναι γέφυρες», απάντησε ήσυχα, νιώθοντας το παιδί της να σφίγγει το χέρι της κάτω από το τραπέζι.
«Και στην Ολλανδία που θα πάμε, αυτές οι γέφυρες είναι ήδη χτισμένες. Εκεί δεν θα είναι "το παιδί με το πρόβλημα", αλλά ο γιος μου ο Άγγελος».
Ο πατέρας της άφησε το ασημένιο πιρούνι να πέσει, με έναν μεταλλικό ήχο, εσκεμμένα πάνω στην πορσελάνη.
«Φεύγεις, γιατί φοβάσαι το τι θα πει ο κόσμος εδώ ή γιατί δεν αντέχεις που ο αδερφός σου ζει τη ζωή, που εσύ θυσίασες; Χάθηκαν τα ιδρύματα; Φεύγεις γιατί μέσα σου ζηλεύεις;»
«Φεύγω, βρε πατέρα, γιατί εδώ η μεγάλη περιουσία σου αγοράζει τα πάντα, εκτός από το δικαίωμα του γιου μου να είναι ο εαυτός του χωρίς να ζητάει συγγνώμη, στιγμές που δεν πρέπει, γιατί άνθρωποι σαν εσένα τον κοιτούν σαν μίασμα» είπε και σηκώθηκε.
Το διαβατήριο στην τσάντα της έκαιγε.
Δεν ήταν απλώς ένα έγγραφο. Ήταν το εισιτήριο για μια άλλη ζωή, όπου η αξία δεν θα μετριόταν με τα στρέμματα της γης, με τους επενδυτές, με τους δαίμονές που κυριεύουν τους ανθρώπους, αλλά με την απόσταση που διανύει μια ψυχή για να βρει την αποδοχή. Ο Τζανής ας κρατούσε τα οικόπεδα, τα σταφύλια… Εκείνη θα κρατούσε το μέλλον του γιου της. Οι δικές της σπουδές για τον πατέρα της ήταν αδιάφορες. Διέπρεπε ως ζωγράφος και αγιογράφος, ήταν από τα μεγαλύτερα ονόματα στην Ελλάδα και τώρα άνοιγε τα φτερά της για το εξωτερικό. Σκοπός της, να ανοίξει την δική της γκαλερί. Φεύγοντας, δεν αποχαιρέτησε τον πατέρα της. Στην τσάντα της πήρε μόνο την φωτογραφία της μητέρας της που χάθηκε νωρίς ‒ έφηβη ήταν ακόμη η Τζωρτζίνα ‒ μα το βλέμμα της δεν γύρισε ούτε μια φορά στη σκάλα του αεροπλάνου πίσω, κρατώντας απαλά τον Άγγελο ώστε να μαθαίνει σιγά σιγά να κάνει τα δικά του βήματα.
Ο κόσμος στην Ολλανδία δεν ήταν περίεργος. Τα βλέμματα δεν σταματούσαν στον Άγγελο. Οι επαφές της και το ταλέντο της την έφεραν σύντομα στο όνειρό της. Στον έναν όροφο διαμόρφωσε την γκαλερί και στον από πάνω, το διαμέρισμα που ζούσε με τον γιο της.
Απρίλιος, 2030
Η έκθεση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Τα έργα της δόθηκαν εν ριπή οφθαλμού, μα ο πρώτος πίνακας του γιου της έκανε πάταγο… Ο γαλάζιος ουρανός από λαδομπογιά σε καμβά, ο νεαρός που αιωρούνταν στον αέρα με τα φτερά ανοιχτά και το χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του, εκτίναξε την αγορά του έργου στο τεράστιο ποσό των οκτακοσίων χιλιάδων ευρώ. Το όνομα του Άγγελου με καλλιγραφικά γράμματα ήταν το παράσημο στη ψυχή της Τζωρτζίνας. Δεν έμαθε ποτέ ποιος αγόρασε τον πίνακα.
Πέρασαν πολλά χρόνια, σαν επέστρεψε με τον Άγγελο για την κηδεία του πατέρα της, στο σπίτι στην Εκάλη. Ο πίνακας του Άγγελου κοσμούσε το σαλόνι…
Εύα Αλιβιζάτου 🪽
Συγγραφέας
Αρθρογράφος
Ο τρελός της Μάνης
Κρατά στο μυαλό του τις τελευταίες ημέρες, κάθε ανάμνηση από τις στιγμές που έζησε. Κλειδωμένος, δίχως ελπίδα στο λευκό δωμάτιο, δεν είχε παρά μόνο να συγκρατεί την παραμικρή λεπτομέρεια. Όλα λευκά… Άνθρωποι με λευκά ρούχα… Έρχονταν, του έδιναν φαγητό, φάρμακα και χαμογελούσαν, πότε παγερά, πότε πιο ζεστά, άλλοτε κουρασμένα.
Για αυτόν τίποτα δεν είχε σημασία. Ήξερε μόνο ότι από όταν θυμόταν μικρό τον εαυτό του, η ίδια φράση συνεχιζόταν: "Είναι τρελός". Είχε ξεχάσει μέχρι και το όνομά του. Στην Μάνη περπατούσε στον δρόμο κι έλεγαν οι περαστικοί "καλώς τον τρελό". Πήγαινε στο μάρκετ και τον εξυπηρετούσαν σύντομα, από φόβο· τον έβλεπε στα μάτια τους. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς φοβούνταν σε αυτόν. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ να κάνει το παραμικρό κακό σε κανέναν. Μια παρεξηγημένη ψυχή ήταν που ήθελε τη λύτρωση από την παράξενη κοινωνία που ζούσε. Ένας μικρόκοσμος που έψαχνε εξιλαστήριο θύμα για ότι συνέβαινε στη Μάνη. Ακόμα κι ένα ζωντανό να έβρισκαν ψόφιο από οτιδήποτε, θα έλεγαν: "αυτός, ο τρελός το έκανε".
Μέχρι που μάζεψαν υπογραφές να τον κλείσουν στο ίδρυμα, πως εκεί θα είναι ακίνδυνος.
Τώρα, το μόνο που είχε μείνει στο μυαλό του ήταν ο ήχος των βημάτων καθημερινά στον διάδρομο. Ήταν ήχος ρυθμικός, που αντηχούσε πάνω στα πλακάκια. Του θύμιζε το χτύπημα από τα κύματα πάνω στα βράχια του Γερολιμένα. Έκλεινε τα μάτια του για να μην τον ενοχλεί το εκτυφλωτικό, λευκό φως της λάμπας και προσπαθούσε να αναπνεύσει την αλμύρα που είχε αποθηκεύσει στα πνευμόνια του πριν τον πάρουν.
Μια νοσοκόμα, η Γιάννα, μπήκε στο δωμάτιο. Θυμόταν το όνομά της. Τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που κοιτάς ένα σπασμένο αντικείμενο, όχι με μίσος, αλλά με μια συγκρατημένη λύπη.
«Πρέπει να φας», του είπε με ενδιαφέρον για την υγεία του, ακουμπώντας τον δίσκο στο τραπέζι.
Εκείνος δεν της απάντησε. Δεν είχε νόημα να μιλήσει. Τι ακριβώς να έλεγε; Οι λέξεις του ήταν πάντα το "αποδεικτικό στοιχείο" της τρέλας του. Αν έλεγε πως έβλεπε τα χρώματα του δειλινού να χορεύουν πάνω στους πέτρινους πύργους, θα σημείωναν στο χαρτί: "Ο ασθενής παρουσιάζει οπτικές ψευδαισθήσεις" και όχι μόνο.
Θυμήθηκε το ύφος όλων, τη μέρα που τον μάζεψαν. Δεν πάλεψε, δεν αντιστάθηκε. Τους κοίταζε, όμως, όλους στα μάτια, έναν προς έναν καθώς υπέγραφαν την καταδίκη του, στην πλατεία του χωριού. Μόνο που δεν τον πυροβόλησαν, σκεφτόταν. Είδε τον γείτονα, τον Αριστοτέλη, που του είχε κλέψει ένα κομμάτι γης, να υπογράφει πρώτος πρώτος. Έπειτα, τον δήμαρχο να σκύβει το βλέμμα του, αλλά την τζίφρα την έβαλε. Ήταν τόσο εύκολο να ξεφορτωθούν τη συνείδησή τους, βαφτίζοντάς τον "επικίνδυνο, τρελό".
Σηκώθηκε αργά και πλησίασε το παράθυρο. Ήταν ψηλά, με κάγκελα γραμμωτά που σχημάτιζαν τετράγωνα πάνω στον γκρίζο ουρανό της πόλης. Πού ήταν άραγε ο ήλιος της Μάνης; Εκείνος ο ήλιος που έκαιγε την πέτρα και φώτιζε τις ψυχές, όσο σκληρές κι αν ήταν; Άγγιξε το κρύο τζάμι. Αν αυτοί τον θεωρούσαν τρελό επειδή αγαπούσε τη μοναξιά και μιλούσε στα δέντρα, τότε εκείνος τους θεωρούσε φυλακισμένους στην ίδια τους την κακία, στον φθόνο και στη μιζέρια τους. Τα χωράφια του συγχωρεμένου πατέρα του ήταν χρήσιμα να περάσουν τα σχέδια τους, χωρίς αυτόν να στέκεται εμπόδιο. Εδώ τουλάχιστον, στο λευκό δωμάτιο, ήταν ελεύθερος από την υποκρισία ,την ψευτιά, την κοροϊδία τους.
«Είμαι πιο καθαρός από εσάς», ψιθύρισε.
Για πρώτη φορά μετά από μέρες, ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Μπορεί να είχαν καταφέρει να κλειδώσουν το σώμα του σε ένα φθηνό δωμάτιο, αλλά το πνεύμα του περπατούσε κάθε μέρα στο μονοπάτι για το Ακρωτήριο Ταίναρο, εκεί που οι αρχαίοι πίστευαν πως βρισκόταν η πύλη για τον Άλλο Κόσμο. Ίσως η λύτρωση που έψαχνε ο ίδιος να μην βρισκόταν στη ψυχή αυτών των ανθρώπων αλλά στην επιστροφή του στις πέτρες που τον γέννησαν.
Η Γιάννα στάθηκε για λίγο στην πόρτα, παρατηρώντας τον.
«Θέλεις να σου ανοίξω λίγο το τζάμι;»
Η φωνή της έσπασε τη σιωπή σαν κρύσταλλο που γίνεται χίλια κομμάτια. Εκείνος δεν γύρισε, αλλά το νεύμα του κεφαλιού του ήταν αρκετό. Καθώς το κρύο ρεύμα του αέρα μπήκε μέσα, δεν ένιωσε τη μυρωδιά της πόλης, ούτε τα καυσαέρια των αυτοκινήτων που περνούσαν. Για εκείνον, ο αέρας αυτός μεταμορφώθηκε. Έγινε λίβας καυτός που κατεβαίνει από τον Ταΰγετο, ξερός και άγριος, που χτυπά τα φραγκόσυκα και στεγνώνει τα δίχτυα των ψαράδων στα λιμάνια. Έκλεισε τα μάτια του σφιχτά. Τώρα δεν ήταν πια στο δωμάτιο. Περπατούσε ξυπόλυτος στο μονοπάτι του Ταινάρου. Η πέτρα κάτω από τα πόδια του ήταν ζεστή, σχεδόν ζωντανή. Ένιωθε ευτυχισμένος. Εκεί, ανάμεσα στα ερείπια του ναού του Ποσειδώνα, δεν υπήρχαν ανήθικες υπογραφές, ούτε δήμαρχοι, ούτε κλέφτες γης σαν τον Αριστοτέλη. Υπήρχε μόνο το γαλάζιο. "Εδώ ανήκω…", σκέφτηκε. "Στην άκρη του κόσμου. Εκεί που η λογική τελειώνει και αρχίζει η θάλασσα". Πίσω του, άκουσε το κλείσιμο της πόρτας. Η Γιάννα είχε φύγει, αφήνοντάς του φαγητό. Στο χαρτί του ιατρικού του φακέλου, που βρισκόταν κρεμασμένο έξω από την πόρτα, θα σημείωναν μάλλον: "Ο ασθενής παραμένει σε κατάσταση απάθειας". Δεν καταλάβαιναν πως η "απάθειά" του ήταν η δική του επανάσταση. Η μήπως απαγορεύεται κι αυτή; Ποιος ξέρει; Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε κλειδωμένος, έχτιζε μέσα του μυρωδιές από δέντρα, από φασκόμηλο, χαμομήλι, βότανα.
Κάποια στιγμή, η νύχτα άρχισε να πέφτει πάνω από την πόλη, αλλά στα δικά του μάτια, το φως δεν έσβηνε ποτέ. Ήταν το φως της Μάνης που τον ακολουθούσε παντού, μια εσωτερική φλόγα που καμία φαρμακευτική αγωγή δεν μπορούσε να σβήσει. Ακούμπησε το μέτωπο στο τζάμι. Ήταν έτοιμος. Αν η πύλη για τον άλλο κόσμο βρισκόταν όντως στο Ταίναρο, τότε εκείνος είχε βρει τον τρόπο να την περάσει χωρίς να κουνηθεί από τη γωνιά του. Η λύτρωση δεν θα ερχόταν από μια υπογραφή εξόδου, αλλά από τη λήθη των προσώπων που τον πλήγωσαν. Θα ξεχνούσε τον Αριστοτέλη, θα ξεχνούσε τον δήμαρχο. Θα ξεχνούσε ακόμα και το όνομά του, μέχρι να μείνει μόνο η ουσία του: μια πέτρα, αλμυρή και αδούλωτη, ριγμένη στην άκρη του γκρεμού.
Ήταν ο τρελός ονειροπόλος της Μάνης.




Comments