top of page

Μαρτύριο...


Με άφησες να τρώω τις σάρκες μου,

γιατί με έντυσες για λίγο την φωτιά σου,

κι εγώ τη χάρισα στις λέξεις

δίχως άδεια.

Αρνήθηκες το αγριωπό πτηνό

να μου θερίζει το συκώτι κάθε μέρα.



Ύστερα, εθισμένος στο ημερήσιο κώνειο,

έγδερνα μοναχός το δέρμα που απέμεινε.

Χρόνια το αφιέρωνα στην απουσία σου.

Βαρύ σαν θεός να είμαι λεύτερος,

δίχως δεσμά.

Τι είναι η τιμωρία δίχως δεσμά;

Ελεύθερη κόλαση.



Ύστερα, περπατούσα μες τα σεντόνια

βραδιές ολόκληρες,

κρατώντας την ομίχλη της υγρασίας σου

δίχως κενά μνήμης.

Πάντα στον ίδιο δρόμο•

με έβρισκες και με έσφαζες.



Άκουσες τι είπαν;

Πως η φωτιά με πλήρωσε βραβείο!

Μια λαιμητόμο ροζ - ποιός να το έλεγε;

Πως θα φορούσα τα ρούχα σου

κι αντί να σωθώ,  αντί να σε βρω,

θα έτρωγα μοναχός τις σάρκες μου.



Ξανά.



Βασίλης Πασιπουλαρίδης 🪽

Comments


bottom of page