top of page

Κύκνος


Ταρίχευσα τις ηδονές μου

να στις προσφέρω ατόφιες

σαν έλθεις

από τον άοκνο πηγαιμό. 

Τις βραδιές μου τις έκανα αμέτρητες,

ζεσταίνοντας το βυθισμένο κρεβάτι

απ' την ανάγκη σου. 

Στις εκλείψεις μου ο ήλιος οργιάζει,

σωριάζεται•

έχοντας έρωτα ξεδιάντροπο

για τη λεχώνα Σελήνη —

σαν αυτόν που έχω για σε,

μίλια μακριά. 

Πενθώ σε, Περσεφόνη μου,

στου Άδη την πύλη. 

Σε τούτο τον γυάλινο κόσμο

όλα σπάζουν

από το ράγισμα της αφής.

Όσο βαθαίνει, τόσο σπάζει·

κι όσο σπάζει,

τόσο σε ποθώ•

κι όσο σε ποθώ, αμαρτάνω. 

Κρατώ στο νου το αβίωτο

ως κόρη στενάζουσα.

Όταν παίζω με το είναι μου,

δεν είναι παιχνίδι —

είναι χρόνος

να εξατμιστώ•

Σαν γέννηση που έπρεπε να γίνει. 

Υστερα: Ήρθε ο κακός μου ο καιρός 

- με πήρε και με σήκωσε -

με βελόνι και χαρτί

φτιάχνω φάρους

να ’χεις λιμάνι να διαβείς

σαν λιώσει ο γιαλός σου. 

Αφήνω κόκκινα χνώτα στα τζάμια

να θυμάσαι κάθε αυγή

το αίμα μου να τρέμει

μέσα στις αδίστακτες στάλες της υγρασίας. 

Δεν είναι πένθιμες οι λέξεις μου•

είναι που δεν φτάνω να γευτώ

τα κόκκινά σου μήλα.

Κρατώ την πνοή μου ως το δέκα

και δεν αποθαρρύνομαι. 

Ταρίχευσα τις ηδονές

μες στη φορμόλη της απουσίας,

μέσα στον χρόνο

που ως θεός

ορίζει τις γραφές μας

αλλόκοτα

και φωναχτά. 

Κρατώ

της ελπίδας το άφθαρτο και πλανερό 

κλωνάρι.



Βασίλης Πασιπουλαρίδης 🌹

Comments


bottom of page