top of page

ΚΟΡΩΝΑ Η Γράμματα

ΚΟΡΩΝΑ Ή Γράμματα



Η Σίμπιλ θυμόταν μόνο ένα πράγμα πριν αρχίσουν όλα: τον παλιάτσο.


Η φίλη της είχε σταματήσει λίγα μέτρα πιο πίσω για να φωτογραφίσει την παρέλαση, όταν εκείνη τον πρόσεξε. Στεκόταν στην άκρη του πλήθους, εκεί όπου τα φώτα των δρόμων δεν έφταναν καλά, και την κοιτούσε. Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, άνοιξε τη χούφτα του. Ένα νόμισμα γυάλισε πάνω στην παλάμη του.

«Κορώνα ή γράμματα;» τη ρώτησε.

Η Σίμπιλ γέλασε αμήχανα. «Γράμματα».

Ο παλιάτσος χαμογέλασε. Μια ολόχρυση οδοντοστοιχία άστραψε μέσα στο στόμα του. Ύστερα πέταξε το κέρμα ψηλά. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι για να το παρακολουθήσει και όλα σκοτείνιασαν.



***



Χώθηκε σε ένα στενό δρομάκι και κόλλησε την πλάτη στον πέτρινο τοίχο. Η νύχτα ήταν κατάμαυρη. Τα αστέρια και το φεγγάρι είχαν εξαφανιστεί από τον ουρανό και το μοναδικό φως ερχόταν από τα λιγοστά φανάρια του δρόμου. Κράτησε την αναπνοή της και αφουγκράστηκε. Ακούγονταν ουρλιαχτά που ολοένα και πλησίαζαν.


Έκλεισε τα μάτια. Ήξερε τι θα ακολουθούσε. Ήταν η πολλοστή φορά που ξαναζούσε την ίδια φρίκη. Και κάθε φορά άρχιζε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Άνθρωποι τραγουδούσαν και χόρευαν γύρω της. Τα πρόσωπά τους ήταν όλα σχεδόν ίδια: κατακόκκινα μάγουλα και χείλη, χλωμό δέρμα, γαλάζια μάτια, λευκά μαλλιά. Χαμογελούσαν, χόρευαν, τραγουδούσαν, ώσπου ακουγόταν ο πρώτος χτύπος ενός ρολογιού. Οι φωνές σταματούσαν μεμιάς και η γη σειόταν. Όλοι έμεναν ακίνητοι, σαν παγωμένα αγάλματα. Ένας δεύτερος χτύπος έσπαγε τη σιωπή. Και τότε ακουγόταν εκείνος ο άλλος ήχος: ένα ανατριχιαστικό κρακ. Λεπτές ρωγμές εμφανίζονταν στα πρόσωπα των ανθρώπων που την περικύκλωναν. Σε κάθε χτύπο του ρολογιού οι ρωγμές βάθαιναν και απλώνονταν στα χλωμά πρόσωπα γύρω της. Και στον τελευταλίο χτύπο, τα πρόσωπα θρυμματίζονταν και τα κομμάτια εκτοξεύονταν καταπάνω της.

Άρχιζε να τρέχει ενώ το πλήθος ούρλιαζε πίσω της. Τα χέρια τους απλώνονταν προς το μέρος της και τα γαμψά τους νύχια έξυναν την πλάτη της, προσπαθώντας να τη γραπώσουν. Κι εκείνη έτρεχε μέχρι που έβρισκε εκείνο το στενό δρομάκι. Στο τέλος του υπήρχε πάντα ένας καθρέφτης˙ ένας καθρέφτης που δεν έδειχνε το δικό της είδωλο, μα ενός παλιάτσου. Στεκόταν στην άλλη πλευρά και την κοιτούσε με ένα πλατύ, παγωμένο χαμόγελο. Το κόκκινο γύρω από τα χείλη του δεν έμοιαζε με μπογιά. Η Σίμπιλ δεν ήθελε να σκεφτεί τι άλλο είχε εκείνη την απόχρωση. Ο παλιάτσος έγερνε το κεφάλι του στο πλάι. Και, χωρίς να το θέλει, εκείνη έκανε το ίδιο. Έπειτα το ίσιωνε κι εκείνη τον μιμούνταν. Δεν ήταν πια το είδωλο που ακολουθούσε τις κινήσεις της, αλλά εκείνη που ακολουθούσε τις δικές του.

Τότε ο παλιάτσος άνοιγε τη χούφτα του και της έδειχνε ένα νόμισμα.

«Κορώνα ή γράμματα;»

Η Σίμπιλ διάλεγε άλλοτε κορώνα και άλλοτε γράμματα. Εκείνος πετούσε το κέρμα στον αέρα και κάθε φορά έβγαινε αυτό που είχε επιλέξει. Στην αρχή είχε πιστέψει ότι αυτό ήταν καλό. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε πως σήμαινε το αντίθετο: το πλήθος εμφανιζόταν μέσα στον καθρέφτη και ξεχυνόταν προς το μέρος της. Την άρπαζαν ενώ τα γαμψά νύχια τους βυθίζονταν στο δέρμα της. Και τότε όλα σκοτείνιαζαν.

Μέχρι που ξυπνούσε πάλι ανάμεσά τους. Οι άνθρωποι τραγουδούσαν, χόρευαν, το ρολόι χτυπούσε, τα πρόσωπα ράγιζαν και όλα άρχιζαν από την αρχή.

Ό,τι κι αν διάλεγε, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

Η Σίμπιλ άνοιξε τα μάτια. Τα ουρλιαχτά πλησίαζαν. Έσυρε τα βήματά της προς τον καθρέφτη. Το ματωμένο χαμόγελο του κλόουν που αντίκρυζε γι άλλη μια φορά, της έφερε αναγούλα. Εκείνος άνοιξε τη χούφτα του και το νόμισμα γυάλισε.

Η Σίμπιλ κατάπιε με δυσκολία. Είχε δοκιμάσει τα πάντα. Ο παλιάτσος ανασήκωσε τα φρύδια, σαν να την προέτρεπε να απαντήσει. Εκείνη κοίταξε το νόμισμα. Ετοιμάστηκε να μιλήσει, μα κάτι τη σταμάτησε.

Για πρώτη φορά αναρωτήθηκε γιατί έπρεπε να διαλέξει. Είχε δοκιμάσει και τις δύο πλευρές: κορώνα, γράμματα, ξανά και ξανά. Και το τέλος ήταν πάντοτε το ίδιο. Τότε κατάλαβε κάτι που τόσες φορές δεν είχε καταφέρει να δει. Δεν είχε σημασία τι διάλεγε. Σημασία είχε ότι διάλεγε. Ποιος είχε αποφασίσει ότι υπήρχαν μόνο δύο επιλογές; Ποιος είχε πει ότι μία από αυτές θα την έσωζε;

Ο παλιάτσος χαμογέλασε πλατύτερα.

Η Σίμπιλ σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε κατάματα. «Τίποτα».

Το χαμόγελό του πάγωσε. Για πρώτη φορά έμοιαζε να μην ξέρει τι έπρεπε να κάνει. Έμεινε ακίνητος, με το νόμισμα απλωμένο στη χούφτα του

«Κορώνα... ή γράμματα;» επανέλαβε.

Η Σίμπιλ ένιωσε την ταραχή να σφίγγει το στήθος της, μα δεν πτοήθηκε.

«Δε διαλέγω».

Το χαμόγελο του παλιάτσου έσβησε. Κοίταξε το νόμισμα στη χούφτα του και ύστερα την κοπέλα. Και η Σίμπιλ θα ορκιζόταν... ότι είδε τον φόβο να φωλιάζει στο βλέμμα του. Ένας ήχος ακούστηκε: ένα ανατριχιαστικό κρακ. Μια λεπτή ρωγμή εμφανίστηκε στην επιφάνεια του καθρέφτη. Ο παλιάτσος γύρισε απότομα το κεφάλι και τότε μια δεύτερη ρωγμή απλώθηκε πάνω από το πρόσωπό του. Τα ουρλιαχτά πίσω από τη Σίμπιλ σταμάτησαν. Ο παλιάτσος χτύπησε την παλάμη του πάνω στο γυαλί. Ο καθρέφτης γέμισε ρωγμές.

«Διάλεξε!» ούρλιαξε με φωνή που έκανε τους πέτρινους τοίχους να τρέμουν.

«Όχι».


Ο καθρέφτης θρυμματίστηκε. Η Σίμπιλ έκλεισε τα μάτια και σήκωσε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό της, όμως δεν ενιωσε τίποτα. Δυνατή μουσική ακούστηκε γύρω της, γεμάτη με γέλια και φωνές. Άνοιξε απότομα τα μάτια. Το νόμισμα βρισκόταν ακόμη στον αέρα.  Για μια στιγμή δεν κατάλαβε. Το κοίταξε να στριφογυρίζει μπροστά της, να ολοκληρώνει την τροχιά που είχε αρχίσει πριν σκοτεινιάσουν όλα και να πέφτει με έναν μεταλλικό ήχο στο πλακόστρωτο.

Έμεινε ακίνητη. Γύρω της η παρέλαση συνεχιζόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Άνθρωποι με βαμμένα πρόσωπα χόρευαν, γελούσαν και τραγουδούσαν. Κομφετί έπεφταν από ψηλά. Κι όμως, εκείνη είχε πεθάνει εκεί μέσα ξανά και ξανά κι εδώ δεν είχαν περάσει παρά λίγα δευτερόλεπτα.

Ο παλιάτσος στεκόταν ακόμη απέναντί της. Το χαμόγελο είχε επιστρέψει στα χείλη του. Έριξε μια ματιά στο νόμισμα που βρισκόταν στο έδαφος ανάμεσά τους και ύστερα σήκωσε το βλέμμα προς τη Σίμπιλ. Εκείνη δεν κοίταξε κάτω. Δεν ήθελε να μάθει ποια πλευρά έδειχνε.

«Σίμπιλ;»

Γύρισε απότομα.

Η φίλη της στεκόταν δίπλα της κρατώντας ακόμη το κινητό στο χέρι.

«Τι έπαθες;» τη ρώτησε. «Χλώμιασες ξαφνικά.»

Η Σίμπιλ την κοίταξε χωρίς να απαντήσει.

«Είσαι καλά;»

Έριξε μια ματιά γύρω της. Ο παλιάτσος είχε εξαφανιστεί.

«Ναι» κατάφερε να ψιθυρίσει, χωρίς να είναι σίγουρη αν έλεγε την αλήθεια.

Λίγη ώρα αργότερα, η Σίμπιλ και η φίλη της άφησαν πίσω τους την παρέλαση και πήραν τον δρόμο για το σπίτι. Δεν της μίλησε για όσα είχαν συμβεί. Τι θα μπορούσε άλλωστε να της πει; Ότι ένας παλιάτσος την είχε φυλακίσει σε έναν κόσμο όπου πέθαινε ξανά και ξανά; Ότι είχε σωθεί απλώς επειδή αρνήθηκε να διαλέξει;

Λίγο πριν στρίψουν στη γωνία, κοντοστάθηκε. Ένας παλιάτσος στεκόταν ακίνητος στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Οι περαστικοί περνούσαν μπροστά του χωρίς να του δίνουν σημασία. Εκείνος είχε καρφώσει το βλέμμα πάνω της. Έπειτα σήκωσε αργά το χέρι, έφερε στο στόμα του το νόμισμα που κρατούσε και το δάγκωσε. Η ολόχρυση οδοντοστοιχία του έλαμψε μέσα στο σκοτάδι. Η Σίμπιλ κοίταξε το νόμισμα ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ήταν το ίδιο. Δεν ήξερε πώς, αλλά το γνώριζε.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια. Ο παλιάτσος είχε εξαφανιστεί.

«Έρχεσαι;» φώναξε η φίλη της.

Εκείνη κοίταζε το σημείο όπου στεκόταν πριν από λίγο ο παλιάτσος. Ήξερε πως το νόμισμα είχε φύγει μαζί του. Και, για μια στιγμή, ένιωσε ξανά εκείνη την επίμονη περιέργεια. Κορώνα ή γράμματα; Ποια πλευρά άραγε έδειχνε;

Έπειτα χαμογέλασε. «Έρχομαι».

Γύρισε την πλάτη στο σκοτάδι και απομακρύνθηκε.

 

Ερωδίτη Παπαποστόλου 🍁

Comments


bottom of page