top of page

Κάπου ανάμεσα σε εμάς



Συναντήθηκαν ένα απόγευμα του φθινοπώρου, σε ένα μικρό καφέ κοντά στον Σηκουάνα.

Ο κόσμος περνούσε βιαστικά, τα φύλλα έπεφταν αθόρυβα, και ο αέρας είχε εκείνη τη δροσιά που σε κάνει να μένεις λίγο περισσότερο απ’ όσο είχες σκοπό.

Κι’ εκείνο το απόγευμα, σε εκείνο το μικρό καφέ στο Παρίσι, που έμοιαζε να υπάρχει έξω από τον χρόνο· όταν ο ήλιος έπεφτε αργά, βάφοντας τα πέτρινα κτίρια με ζεστό φως ·

μια χειραψία και ένα βλέμμα που κράτησε λίγο παραπάνω, ήταν αρκετά για το μετά· εκείνο το «κάτι», που δεν εξηγείται.

Μίλησαν αμέσως, σαν να συνέχιζαν μια κουβέντα που είχε μείνει στη μέση χρόνια πριν.

Χωρίς αμηχανία. Χωρίς προσπάθεια, σαν να αναγνώρισαν ο ένας στον άλλο κάτι οικείο.

Δεν αντάλλαξαν πολλά, αλλά ειπώθηκαν αρκετά.

Την επόμενη μέρα, περπάτησαν παρέα χωρίς προορισμό, μέσα στα στενά δρομάκια του ήσυχου Παρισιού, εκεί που η καθημερινότητα αφήνει έξω την πολυκοσμία.

Σταμάτησαν μπροστά σε ένα μικρό μαγαζί χαζεύοντας τη βιτρίνα του!

Γύρισαν και είδαν ένας τον άλλο- και είπαν μαζί μόνο ένα «να πάρουμε;», και μετά γέλασαν

Πήραν ένα παγωτό.

Ένα παγωτό φράουλα και

βανίλια και δυο κουταλάκια.

Χωρίς να το συζητήσουν, το μοιράστηκαν περπατώντας κατά μήκος του Σηκουάνα.

Γέλασαν λίγο περισσότερο

απ’ όσο χρειαζόταν.

Για κάτι τόσο ασήμαντο.

Ίσως γιατί δεν ήταν!

Οι επόμενες δύο μέρες κύλησαν ήσυχα.

Περπατούσαν στα ίδια στενά, κάθονταν στα ίδια τραπέζια και άφηναν τον χρόνο να περνά χωρίς να τον μετράνε.

Και κάθε απόγευμα, χαμογελώντας, μοιράζονταν ένα παγωτό.

Ποτέ δύο.

Πάντα ένα.

Σαν μια μικρή συμφωνία που δεν ειπώθηκε ποτέ.

Καμιά φορά, τα βλέμματά τους κρατούσαν λίγο παραπάνω.

Και τότε, κάποιος από τους δύο χαμογελούσε ελαφρά και κοίταζε αλλού. Σαν να θυμόντουσαν

και οι δύο ταυτόχρονα τα όρια τους.

Το τελευταίο βράδυ, κάθισαν απλά στο πέτρινο τοίχωμα του ποταμού.

Η σιωπή κράτησε περισσότερο από άλλες φορές.

«Αυτό… δεν είναι απλό,» της είπε.

Η απάντηση ήρθε ήρεμα.

«Το ξέρω.»

Και εκεί, για πρώτη φορά, κανείς τους δεν χαμογέλασε.

Τα φώτα του Παρισιού σαν να έσβησαν απότομα και μια παράξενη παγωνιά τους τύλιξε κάνοντας τους να ξερό-καταπιούν ένα δάκρυ.

Έφυγαν.

Το Παρίσι έμεινε πίσω τους,

μαζί με εκείνες τις μέρες

που δεν ονομάστηκαν ποτέ.

Επέστρεψαν στις ζωές τους, σε ρυθμούς που δεν αφήνουν χώρο για “σχεδόν”.

Για λίγο, όλα μπήκαν στη θέση τους, όπως έπρεπε.

Μέχρι που μια μέρα, χωρίς να το σκεφτεί, στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα, μιας παγωταρίας.

Κοίταξε τα παγωτά.

Πήρε ένα, φράουλα και

βανίλια, με δύο κουταλάκια.

Και για μια στιγμή, δεν ήξερε τι να το κάνει.

Μετά απλά της έστειλε μια φωτογραφία!

Ο χρόνος άρχισε πάλι να γυρνάει ανάποδα .

Η καρδιά να χτυπά λίγο πιο δυνατά, η ανάσα να πάλλεται μέσα στις σκέψεις.

Το ένα μήνυμα έγιναν δύο, μετά ήταν ώρες.

Μετά ήταν στιγμές….

Μιλούσαν για τα πάντα — και για τίποτα.

Ποτέ για αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους.

Ήταν εκεί, ξεκάθαρο, αλλά άρρητο. Σαν κάτι που αν το πεις, θα χαλάσει.

Δεν ήταν φίλοι.

Δεν ήταν εραστές.

Δεν ήταν ξένοι.

Ήταν κάτι ενδιάμεσο.

Κάτι που δεν χρειάζεται όνομα

για να υπάρχει.

Μέχρι που της είπε «ας βρεθούμε στο Παρίσι»

Όταν ξαναβρέθηκαν, δεν υπήρχε σχέδιο. Μόνο εκείνη η γνώριμη αίσθηση ότι κάτι δεν τελείωσε ποτέ

Περπάτησαν λίγο, μίλησαν πολύ!

Και κάπου στη διαδρομή,σταμάτησαν ξανά μπροστά σε ένα παγωτατζίδικο.

Κοιτάχτηκαν.

Ένα μικρό χαμόγελο.

«Να πάρουμε;»

Πήραν ένα. Όπως τότε !!

Στάθηκαν δίπλα-δίπλα, οι ώμοι τους σχεδόν άγγιζαν.

Και για μια στιγμή, όλα ήταν ακριβώς όπως θα έπρεπε, όπως και πριν· αλλά και καθόλου όπως πριν και καθόλου όπως θα έπρεπε!

Δεν μίλησαν για το παρελθόν, αλλά ούτε για αυτό που ήξεραν.

Γιατί το ήξεραν ήδη.

Και ίσως αυτό να ήταν αρκετό, για να μην τολμήσουν να το αλλάξουν και έτσι έμεινε.

Σε μικρές στιγμές που δεν έμοιαζαν σημαντικές για κανέναν άλλον.

Σε ένα παγωτό που το μοιράζονταν χωρίς λόγο.

Σε μια συνήθεια που δεν έγινε ποτέ σχέση, αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι κάτι. Γιατί ήταν κάτι!

Κουβαλούσαν ο ένας τον άλλο σιωπηλά, σαν κάτι που δεν χάθηκε, αλλά κάτι που απλώς δεν δόθηκε ποτέ.

Σαν μια αγάπη που βρήκε τον δρόμο της…

αλλά όχι τον χρόνο της · κάπου ανάμεσα σε εμάς….




Μαρία Μιτα Νικολάου


05 Μαΐου 2026


«Κάπου ανάμεσα σε εμάς»

Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Comments


bottom of page