top of page

Η Καρδιά που Άντεξε τον Χειμώνα

Μες την καρδιά του χειμώνα, τότε που ο κόσμος έμοιαζε να έχει αποσυρθεί στον  εαυτό του και η φύση κρατούσε ανεπαίσθητα την ανάσα της, απλωνόταν ένα ολόλευκο τοπίο σαν άγραφη σελίδα στην ιστορία των ανθρώπων. Τα βουνά, σιωπηλά και ακίνητα, υψώνονταν στο βάθος σαν αρχαίοι φρουροί, οι κορυφές τους φορούσαν στέμματα από πάγο, και οι σκιές τους έπεφταν βαριές πάνω στο χιόνι. Ο αέρας ήταν καθαρός, κοφτερός, γεμάτος με μια διαύγεια που πονούσε, σαν να έβλεπες όχι μόνο με τα μάτια, αλλά και με τη μνήμη.

Στο κέντρο αυτής της παγωμένης απεραντοσύνης, ξεπρόβαλλε κάτι μαγικό και συνάμα μοναδικό: μια τεράστια καρδιά από διάφανο πάγο, σχηματισμένη με τέτοια λεπτότητα που έμοιαζε περισσότερο με θαύμα παρά με αντικείμενο. Το φως του ήλιου, διαπερνούσε το κρυστάλλινο περίγραμμα της ζωντανεύοντας μέσα του μια νιφάδα τέλεια, αυστηρά συμμετρική, σαν μυστικό γραμμένο από το ίδιο το χιόνι. Γύρω της, μικροί κόκκοι πάγου λαμπύριζαν, σαν να ψιθύριζαν ιστορίες ξεχασμένες.

Ο Παύλος στάθηκε μπροστά της κρατώντας την αναπνοή του, που έβγαινε  αργά, βαριά, και γινόταν σύννεφο μονομιάς που διαλυόταν αμέσως.

 «Σαν να μας περίμενε…» είπε με φωνή καθάρια, χωρίς να είναι βέβαιος αν μιλούσε στην Μύριαμ ή στον εαυτό του.

Η Μύριαμ πλησίασε διστακτικά. Τα βήματά της άφηναν ίχνη που γρήγορα μαλάκωναν, σαν να μην ήθελε το τοπίο να θυμάται την ανθρώπινη παρουσία.

 «Δεν φοβάσαι πως θα σπάσει;» ρώτησε.


«Όχι», απάντησε ο Παύλος. «Φοβάμαι μήπως σπάσουμε εμείς αν την αγγίξουμε».

Έσκυψαν και οι δυο. Το φως αντανακλάστηκε στα πρόσωπά τους και για μια στιγμή φάνηκε σαν να κρατούσαν κάτι πολύ παλιό που είχαν θάψει στο σεντούκι του χρόνου, κάτι που είχαν χάσει νωρίς δίχως να το καταλάβουν, στο πέρασμα του επίγειου τους χρόνου.

«Καρδιά είναι;» ψιθύρισε η Μύριαμ.

«Είναι ό,τι έχει απομείνει όταν όλα έχουν παγώσει στον κόσμο των ανθρώπων, όταν η ζωή μοιάζει να έχει πέσει σε χειμερία νάρκη», είπε εκείνος. «Όταν ο πόνος δεν σε καίει πια, αλλά σε καθαρίζει, σαν παγωμένο νερό που ξεπλένει τις πληγές μέσα σου».

 Η Μύριαμ άπλωσε το χέρι της. Ο πάγος ήταν κρύος, μα όχι σκληρός. Δεν αντιστεκόταν.

«Δεν πονάει, είπε με έκπληξη. «Σαν να ακουμπώ σε κάτι που δεν μου ζητά τίποτα».

«Αυτό είναι η αλήθεια», απάντησε ο Παύλος. «Δεν απαιτεί. Δεν φωνάζει. Απλώς στέκεται εκεί περήφανη και μοναχική».

Ο ήλιος έστειλε μια λεπτή αχτίδα που διαπέρασε τη νιφάδα. Το φως διαθλάστηκε και για μια ανεπαίσθητη στιγμή η καρδιά έμοιασε να πάλλεται,  όχι σαν ζωντανό σώμα, αλλά σαν μνήμη που θυμήθηκε τον εαυτό της ξανά.

«Κι αν λιώσει;» ρώτησε η Μύριαμ. με φωνή που πρόδιδε φόβο.


 «Τότε θα γίνει χείμαρρος», είπε ο Παύλος.  Αλλά αν αντέξει στο φως…»

«Τότε;»


«Τότε ίσως μας μάθει πώς αντέχει κανείς χωρίς να σκληραίνει».

Η σιωπή απλώθηκε ξανά. Δεν ήταν άδεια ήταν γεμάτη νόημα, σαν προσευχή που δεν ειπώθηκε ποτέ. Ο χειμώνας γύρω τους δεν έμοιαζε πια εχθρικός. Ήταν μια δοκιμασία κάθαρσης, ένα πέρασμα από το βάρος της πληγής στη διαύγεια της αποδοχής.

Η Μύριαμ έκανε ένα βήμα πίσω, με σεβασμό σχεδόν τελετουργικό.

 «Ας την αφήσουμε εδώ», είπε  μακριά απ’ τα βλέμματα των άλλων.


 «Ναι», συμφώνησε ο Παύλος. «Οι αληθινές καρδιές δεν ανήκουν σε κανέναν. Μένουν εκεί  όπου μπορούν να αντέξουν».

Καθώς απομακρυνόντουσαν , τα ίχνη τους χάνονταν αργά μέσα στο χιόνι. Η καρδιά έμεινε μόνη, λουσμένη στο φως. Ο ήλιος χαμήλωσε ελάχιστα, όχι για να τη λιώσει, αλλά για να της χαρίσει την τελευταία του σιωπή.

Κι έμεινε η καρδιά εκεί,


να ανασαίνει  μες τη σιωπή,


να θυμάται τα χρώματα του ήλιου


και την ανάσα που δεν ζητάει τίποτα.

 

Σαν νιφάδα που αιωρείται


στο άπειρο γαλάζιο,


κρατώντας μέσα της μυστικά παλιά


και τον ψίθυρο των ανθρώπων


που τόλμησαν να πλησιάσουν


χωρίς να την τραυματίσουν.

 

Κι όποιος κοιτάξει, αρκεί να σταθεί,


να αφήσει τον χρόνο του

δίχως να θρυμματιστεί,


να νιώσει την καρδιά του να χτυπά


δίχως φόβο, δίχως πόνο,


μα με μια ανάλαφρη υπομονή,


σαν να ήξερε να αγαπά αληθινά από πάντα.

 

© Βy Μίνα Μπουλέκου

 

Comments


bottom of page