top of page

Επιτάφιος χωρίς άδεια 🪽




Ο κόσμος δε σβήνει τα φώτα του απόψε

Τα φώτα σβήνουν μόνα τους, ντροπιασμένα

Oι διακόπτες κρέμονται—νεκρές καρδιές

Ο κόσμος είναι χαλασμένος απόψε

Ζωές ατέλειωτες στήλες καπνού—ανεβαίνουν

Καταδιωγμένες σε συναξάρι—κανείς δε το διάβασε

Κανείς δε μιλάει—μάτια νεκρικά

Χαραγμένοι νόμοι—αποσπάσματα απρόσωπης τρομάρας

Ο φόβος ονομάζεται—χάρη

Το βάρος—αγάπη

Η βαθιά ματιά—απλή ψευδαίσθηση

Μα τα όρια—ξεχείλισαν απελπισμένα

Η θάλασσα δεν είναι νερό—ένα αρχαίο όνειρο είναι,

που προσπαθεί ακόμα να ονειρεύεται

Και μείς οι άνθρωποι ναυάγια—πλοία, τόσο ανυπόφορα

όσο και απελπισμένα

Χριστέ μου,

Ο κόσμος είναι χαλασμένος, απόψε

Κάποιος έκλαψε μπροστά σου—δεν ήθελε παρηγοριά

Ιστορία ήθελε—να ονομάσει αυτό που έγινε, ήθελε

Μα τί να πει, πώς να το πει, που να το πει—

Ζωές γινήκαν θυμίαμα χωρίς την άδειά τους

Χριστέ μου,

Πάρε τον στενάχωρο κρότο μας

Διώξε τις σκιές που ξετυλίγονται στους δρόμους

Δώσε στον αγέρα, μυρωδιά πραγματικής θάλασσας

Ντύσε τις καρδιές με το μεγαλείο του Χιτώνα σου

Χριστέ μου,

Άνοιξε το βιβλίο του ουρανού σου και ρίξτο το,

στο νερό των ανθρώπων—πλημμύρα μνήμης

Σήκωσε από μέσα μας την λάσπη της σιωπής μας

Άναψε ξανά—αέναα τα φώτα του κόσμου

Γράψε στα σφραγισμένα χείλη μας —

το τεράστιο συμπαντικό Επιφώνημά Σου!




Άννα Κλαρίτη 🪽

Comments


bottom of page