ΕΝΑ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ ΠΑΙΧΝΊΔΙ
ΕΝΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ήταν Halloween. Το μικρό χωριό του Μέλβιλ έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από κάποιο σκοτεινό παραμύθι. Φωτισμένες κολοκύθες χαμογελούσαν από τα περβάζια και μικρά φαναράκια τρεμόπαιζαν στις αυλές, καθώς το φως της μέρας υποχωρούσε αργά.
Τα ξερά φθινοπωρινά φύλλα θρυμματίζονταν κάτω από τα παπούτσια των αδελφών Μπάμπστοκ. Ο επτάχρονος Τζίμι και ο δεκαεπτάχρονος Τζον έπαιζαν μπάλα στο πάρκο. Ο Τζίμι σούταρε. Ο Τζον απέκρουσε εύκολα.
«Πάλι!»
«Φτάνει για σήμερα» είπε ο μεγάλος.
«Μία ακόμη!»
«Τζίμι, βαρέθηκα».
Ο μικρός κατσούφιασε. «Πάντα βαριέσαι».
«Επειδή είσαι χάλια».
Ο Τζίμι τού έβγαλε τη γλώσσα και κλώτσησε την μπάλα, πιο δυνατά απ’ όσο υπολόγιζε. Η μπάλα πέρασε πάνω από το συρματόπλεγμα και προσγειώθηκε στο διπλανό χωράφι. Ο Τζον γέλασε και του έδωσε μια απαλή φάπα στον σβέρκο.
«Μπράβο, Ρονάλντο. Τράβα τώρα να την πάρεις». Κοίταξε το ρολόι του. «Εγώ πάω σπίτι».
«Δε θα με περιμένεις;»
«Ξέρεις τον δρόμο».
Ο μικρός τον κοίταξε να απομακρύνεται και μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του. Ύστερα έσυρε βαριεστημένα τα βήματά του προς το χωράφι. Λίγο πριν περάσει το συρματόπλεγμα, ένιωσε παράξενα, σαν να τον παρακολουθούσε κάποιος. Σήκωσε το βλέμμα. Στην απέναντι άκρη, κοντά στα πρώτα δέντρα, του φάνηκε πως είδε μια μικρή φιγούρα.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια. Δεν υπήρχε κανείς. Πέρασε στο χωράφι, μα η μπάλα του δε βρισκόταν εκεί όπου είχε πέσει. Προχώρησε λίγα μέτρα και τότε την είδε.
Ένα κορίτσι στεκόταν μπροστά του, κρατώντας την μπάλα στα χέρια. Έδειχνε περίπου συνομήλική του. Τα μαύρα μαλλιά της έπεφταν άτσαλα στο μέτωπό της σε λεπτές, αχτένιστες τούφες. Τα αυτιά της ήταν κάπως μεγάλα και πετούσαν προς τα έξω, ενώ τα στρογγυλά γυαλιά με τους χοντρούς φακούς έκαναν τα μάτια της να φαίνονται τεράστια.
«Γεια» είπε το αγόρι. «Είμαι ο Τζίμι».
Το κορίτσι δεν απάντησε.
«Θα μου δώσεις την μπάλα;»
Την άφησε κάτω και την κλώτσησε απαλά προς το μέρος του.
Ο μικρός τη σταμάτησε με το πόδι. «Ευχαριστώ».
Το κορίτσι έμεινε εκεί. Έπειτα άνοιξε ελαφρά τα χέρια και του έκανε ένα αδέξιο νεύμα.
Ο Τζίμι συνοφρυώθηκε. «Τι;»
Εκείνη έδειξε πρώτα την μπάλα και μετά τον εαυτό της.
«Θέλεις να… παίξουμε;»
Έγνεψε ζωηρά.
Το αγόρι κοίταξε προς το μέρος όπου είχε φύγει ο Τζον. Ο αδελφός του δε φαινόταν πια. Ανασήκωσε τους ώμους.
«Εντάξει. Αλλά για λίγο».
Στην αρχή αντάλλαξαν μερικές αμήχανες πάσες. Το κορίτσι δε μιλούσε καθόλου, όμως έπαιζε πολύ καλά. Κάθε φορά που κατάφερνε να κλέψει την μπάλα από τον Τζίμι, ένα πλατύ χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό της.
«Είσαι καλή!» της είπε κάποια στιγμή.
Το κορίτσι χαμογέλασε ακόμη περισσότερο. Σύντομα άρχισαν να τρέχουν πάνω κάτω στο χωράφι.
Ο μικρός ξέχασε τον Τζον. Ξέχασε ότι είχε θυμώσει. Ξέχασε ακόμα και ότι έπρεπε να γυρίσει σπίτι, μέχρι που άρχισε να σκοτεινιάζει. Σταμάτησε λαχανιασμένος και σκούπισε το μέτωπό του με το μανίκι.
«Πρέπει να φύγω».
Το κορίτσι έμεινε ακίνητο ενώ το χαμόγελό της χάθηκε.
«Θέλεις να παίξουμε πάλι αύριο;»
Κούνησε αργά το κεφάλι.
«Δεν μπορείς;»
Έγνεψε καταφατικά.
Το αγόρι σκέφτηκε για λίγο. «Τότε μεθαύριο».
Η έκφρασή της δεν άλλαξε. Στο βλέμμα της υπήρχε λύπη και κάτι που έμοιαζε με φόβο.
«Συγγνώμη» είπε ο Τζίμι. «Αλλά πρέπει στ’ αλήθεια να φύγω».
Έσκυψε να πάρει την μπάλα.
Το κορίτσι τον πρόλαβε. Την άρπαξε και την έσφιξε στο στήθος της.
Ο μικρός γέλασε αμήχανα. «Έλα. Δώσ’ τη μου».
Εκείνη δεν κουνήθηκε.
Για μια στιγμή, ο Τζίμι νόμισε πως τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Ύστερα γύρισε απότομα και άρχισε να τρέχει.
«Έι!» φώναξε και όρμησε ξοπίσω της. «Γύρνα πίσω!»
Διέσχισαν το χωράφι και μπήκαν στο μικρό δάσος. Το κορίτσι έτρεχε λίγα μέτρα μπροστά του κρατώντας την μπάλα. Κάποια στιγμή χώθηκε πίσω από έναν χοντρό κορμό. Ο Τζίμι έτρεξε ως εκεί, μα όταν έφτασε, δεν υπήρχε κανείς.
«Μικρή;»
Καμία απάντηση.
«Πού είσαι;»
Μόνο τα ξερά φύλλα σάλεψαν γύρω από τα πόδια του. Προχώρησε λίγο βαθύτερα στο δάσος.
«Πολύ αστείο!»
Περίμενε λίγο ακόμη, όμως εκείνη δεν εμφανίστηκε. Ύστερα, θυμωμένος και χωρίς την μπάλα του, πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
***
Μόλις βράδιασε για τα καλά, οι δύο αδελφοί φόρεσαν τις αποκριάτικες στολές τους. Ο Τζον είχε ντυθεί αστυνομικός και ο Τζίμι βαμπίρ. Η πλατεία του Μέλβιλ είχε γεμίσει κόσμο. Παιδιά με μάσκες έτρεχαν ανάμεσα στους μεγάλους, πλαστικοί σκελετοί κρέμονταν από τα δέντρα και οι φωτισμένες κολοκύθες έριχναν παράξενες σκιές στους τοίχους των σπιτιών.
«Μη χαθείς» του είπε ο Τζον.
Ο Τζίμι τον κοίταξε ειρωνικά. «Πριν δε σε ένοιαζε».
«Πριν δεν είχε πεντακόσιους ανθρώπους γύρω μας».
Ο μικρός δεν απάντησε. Ακολούθησε τον αδερφό του προς έναν πάγκο με γλυκά. Τότε άκουσε έναν γνώριμο ήχο. Σταμάτησε και γύρισε το κεφάλι. Στην άκρη της πλατείας στεκόταν το κορίτσι, κρατώντας την μπάλα του.
Το αγόρι άνοιξε διάπλατα τα μάτια. «Εσύ!»
Εκείνη άφησε την μπάλα στο έδαφος και την κλώτσησε προς το μέρος του.
Ο Τζίμι τη σταμάτησε με το πόδι. «Πού ήσουν;»
Το κορίτσι δεν απάντησε. Έκανε ακριβώς το ίδιο νεύμα που είχε κάνει το απόγευμα: άνοιξε ελαφρά τα χέρια, έδειξε εκείνον και μετά τον εαυτό της.
Ο Τζίμι χαμογέλασε. «Θέλεις να παίξουμε τώρα;»
Το κορίτσι έγνεψε. Έπειτα γύρισε κι άρχισε να απομακρύνεται.
«Περίμενε».
Ο μικρός έριξε μια ματιά στον Τζον. Ο αδερφός του μιλούσε με μια παρέα μεγαλύτερων παιδιών και δεν τον κοιτούσε. Όταν γύρισε ξανά, το κορίτσι είχε σχεδόν χαθεί μέσα στο πλήθος. Άρπαξε την μπάλα και την ακολούθησε.
«Έι! Πιο σιγά!»
Εκείνη δεν σταμάτησε. Μπήκε σ’ ένα στενό μονοπάτι, πλαισιωμένο από πυκνά δέντρα. Το αγόρι κοντοστάθηκε. Ήταν το ίδιο δάσος όπου είχε χαθεί το κορίτσι το απόγευμα.
«Δε θα μου την ξανακλέψεις» μουρμούρισε.
Το κορίτσι βρισκόταν λίγα μέτρα μπροστά του, μόνο που αυτή τη φορά δεν έτρεχε. Προχωρούσε αργά, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι την ακολουθούσε.
Εκείνος άρχισε να νιώθει άβολα.
«Πού πάμε;»
Εκείνη δε γύρισε. Μια λεπτή ομίχλη άρχισε να απλώνεται ανάμεσα στα δέντρα. Στην αρχή έφτανε ως τους αστραγάλους του, μα γρήγορα υψώθηκε γύρω του.
Ο Τζίμι σταμάτησε. «Μικρή;» Το κορίτσι είχε χαθεί. «Όχι πάλι».
Σε λίγα δευτερόλεπτα δεν έβλεπε παρά μόνο λίγα μέτρα μπροστά του. Έσφιξε την μπάλα στο στήθος του. Τότε συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε καν το όνομά της.
«Μικρή!» φώναξε.
Καμία απάντηση.
Προχώρησε διστακτικά. Η ομίχλη άρχισε σιγά σιγά να αραιώνει. Πρώτα φάνηκαν τα δέντρα κι έπειτα σκοτεινά σχήματα που δεν μπορούσε ακόμη να ξεχωρίσει. Όταν η ομίχλη διαλύθηκε εντελώς, ο Τζίμι πάγωσε. Γύρω του υψώνονταν σταυροί και μαρμάρινες πλάκες. Βρισκόταν στο νεκροταφείο του χωριού.
«Μικρή;»
Το βλέμμα του περιπλανήθηκε ανάμεσα στα μνήματα. Και τότε την είδε να στέκεται μακριά, ανάμεσα σε δύο τάφους.
Αναστέναξε με ανακούφιση. «Εδώ είσαι!»
Έκανε να προχωρήσει προς το μέρος της, όταν άκουσε έναν ήχο από πίσω του. Γύρισε απότομα. Ένας ηλικιωμένος άντρας ερχόταν αργά ανάμεσα στα μνήματα. Κούτσαινε και στηριζόταν σε μια μαγκούρα που κρατούσε σφιχτά με τα ροζιασμένα δάχτυλά του. Ο Τζίμι στράφηκε ξανά προς το κορίτσι, μα εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Ο γέρος σταμάτησε μπροστά του. Το πρόσωπό του ήταν χαρακωμένο από βαθιές ρυτίδες. Τα μάτια του είχαν ένα παράξενο, ξεθωριασμένο γαλάζιο και, κάτω από το φως του φεγγαριού, έμοιαζαν σχεδόν γυάλινα.
«Τι ζητάς εδώ τέτοια ώρα, μικρέ;»
Ο Τζίμι έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω.
«Ένα κορίτσι».
Ο γέρος ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι. «Κορίτσι;»
«Ναι. Περίπου στην ηλικία μου. Μαύρα μαλλιά. Μεγάλα γυαλιά».
Για μια στιγμή, μια σκιά πέρασε από το πρόσωπο του γέρου. «Μάλιστα».
Ο Τζίμι συνοφρυώθηκε. «Την ξέρετε;»
«Δεν υπάρχουν κορίτσια εδώ». Έκανε μια παύση. «Τουλάχιστον όχι ζωντανά».
Ο Τζίμι ένιωσε μια ανατριχίλα να διατρέχει την πλάτη του.
«Πολύ αστείο».
Ο γέρος δε χαμογέλασε.
Ο Τζίμι κοίταξε γύρω του. «Να πηγαίνω τότε».
«Απόψε όμως είναι Halloween».
Το αγόρι σταμάτησε. «Και λοιπόν;»
Ο γέρος στηρίχτηκε με τα δυο χέρια πάνω στη μαγκούρα.
«Λένε πως τέτοιες νύχτες οι νεκροί πλησιάζουν λίγο περισσότερο τους ζωντανούς».
Ο μικρός τον κοίταξε δύσπιστα.
«Άλλοι γυρίζουν για να κλείσουν παλιούς λογαριασμούς. Άλλοι για να δουν ανθρώπους που άφησαν πίσω». Τα γυάλινα μάτια του στράφηκαν προς την μπάλα. «Κι άλλοι για να κάνουν κάτι που δεν πρόλαβαν όσο ζούσαν».
Ο Τζίμι ακολούθησε το βλέμμα του. Ύστερα κοίταξε προς το σημείο όπου στεκόταν πριν από λίγο το κορίτσι.
«Τι εννοείτε;»
Ο γέρος σήκωσε αργά τη μαγκούρα και έδειξε ένα μνήμα λίγα μέτρα πιο πέρα.
«Ίσως πρέπει να πας να δεις».
Το αγόρι δίστασε, μα τελικά πλησίασε. Το μνήμα ήταν παλιό που τα αγριόχορτα είχαν σχεδόν κρύψει το μάρμαρο. Πάνω του υπήρχε μια μικρή οβάλ φωτογραφία. Ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Το κορίτσι της φωτογραφίας είχε τα ίδια μαύρα μαλλιά, τα ίδια πεταχτά αυτιά, τα ίδια μεγάλα, στρογγυλά γυαλιά. Το βλέμμα του κατέβηκε στο όνομα που ήταν χαραγμένο στην πέτρα.
ΜΠΕΛΑ ΜΟΥΡ
Γύρισε απότομα. «Αυτή είναι!»
Ο γέρος δε φάνηκε να εκπλήσσεται. «Το φαντάστηκα».
«Μα…» Κοίταξε ξανά τη φωτογραφία. «Δε γίνεται».
Ο γέρος πλησίασε αργά. «Η Μπέλα δεν είχε φίλους».
«Γιατί;»
«Ήταν εύκολος στόχος». Ο γέρος έδειξε τη φωτογραφία. «Τα γυαλιά της. Τα αυτιά της. Τα μαλλιά της. Ακόμη και το όνομά της. Μπέλα. Όμορφη». Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. «Τα παιδιά βρίσκουν πάντα μια αφορμή για να κοροϊδέψουν».
Ο Τζίμι χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν έπαιζε ποτέ με κανέναν;»
«Προσπαθούσε». Ο γέρος σώπασε για λίγο. «Μια μέρα, μερικά παιδιά τής είπαν ότι μπορούσε να παίξει μπάλα μαζί τους».
Ο Τζίμι κοίταξε την μπάλα που κρατούσε.
«Την πήγαν στο δάσος».
«Και;»
«Στην αρχή έπαιξαν κανονικά. Μετά άρχισαν να πετούν την μπάλα ο ένας στον άλλον πάνω από το κεφάλι της. Κάθε φορά που προσπαθούσε να την πιάσει, γελούσαν».
Ο Τζίμι έσφιξε τα χείλη. «Γιατί;»
Η φωνή του γέρου άλλαξε. «Επειδή μπορούσαν».
Ο Τζίμι κοίταξε ξανά τη φωτογραφία. «Και μετά;»
«Κάποιος της πήρε τα γυαλιά. Έτρεξαν».
«Και τους ακολούθησε».
Ο γέρος έγνεψε. «Χωρίς τα γυαλιά της δεν έβλεπε καλά».
Ο μικρός ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι του.
Ο γέρος έστρεψε το βλέμμα προς τα σκοτεινά δέντρα. «Δεν είδε τον γκρεμό».
Το αγόρι κοίταζε τη φωτογραφία. Θυμήθηκε το χαμόγελό της όταν έπαιζαν, τον τρόπο που είχε σφίξει την μπάλα στο στήθος της όταν της είπε ότι έπρεπε να φύγει και το αρνητικό νεύμα όταν τη ρώτησε αν θα έπαιζαν την επόμενη μέρα.
«Γι’ αυτό είπε όχι» ψιθύρισε.
Ο γέρος συνοφρυώθηκε. «Σε τι;»
«Τη ρώτησα αν θέλει να παίξουμε αύριο». Κοίταξε τη φωτογραφία. «Ήξερε ότι δεν μπορούσε».
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε θλιμμένα. «Για τους νεκρούς, μικρέ, το αύριο είναι δύσκολο πράγμα».
Ο Τζίμι κατάπιε. «Γύρισε για να τους εκδικηθεί;»
Ο γέρος τον κοίταξε. «Ποιους;»
«Τα παιδιά που της το έκαναν».
Ο ηλικιωμένος στράφηκε προς το μνήμα. «Αν ήθελε εκδίκηση, μάλλον δε θα διάλεγε να περάσει τον λίγο χρόνο που είχε παίζοντας μπάλα μαζί σου. Ίσως ήθελε μόνο αυτό». Ο γέρος κοίταξε την μπάλα. «Να παίξει κάποιος μαζί της χωρίς να την κοροϊδέψει».
Ο Τζίμι κατέβασε τα μάτια. «Μπέλα» ψιθύρισε.
«Μπελ».
Ο Τζίμι σήκωσε απότομα το κεφάλι. «Τι;»
Ο γέρος είχε στραφεί προς το μονοπάτι. «Δεν της άρεσε να τη φωνάζουν Μπέλα. Προτιμούσε το Μπελ».
«Πώς το ξέρετε;»
Ο ηλικιωμένος άρχισε να απομακρύνεται.
«Περιμένετε. Πώς το ξέρετε;»
Η μαγκούρα συνέχισε να χτυπά ρυθμικά πάνω στις πέτρες, ώσπου ο ήχος χάθηκε μέσα στη νύχτα.
***
Το επόμενο πρωί, ο Τζίμι επέστρεψε μόνος στο νεκροταφείο, κρατώντας την μπάλα σφιχτά πάνω στο στήθος του. Βρήκε εύκολα το μνήμα. Κοίταξε γύρω του, ο γέρος όμως δεν ήταν πουθενά.
Στάθηκε μπροστά στη φωτογραφία.
«Γεια σου, Μπελ». Χαμογέλασε αμήχανα. «Χθες πέρασα ωραία» είπε. Έσκυψε και ακούμπησε την μπάλα μπροστά στο μνήμα. «Μπορείς να την κρατήσεις».
Σηκώθηκε και σκούπισε τα γόνατά του. Τότε παρατήρησε κάτι: δίπλα στον τάφο της μικρής βρισκόταν ένα δεύτερο μνήμα. Ήταν τόσο παλιό και πνιγμένο στα αγριόχορτα, που το προηγούμενο βράδυ δεν το είχε προσέξει.
Παραμέρισε μερικά ξερά κλαδιά. Πάνω στο μάρμαρο υπήρχε η ξεθωριασμένη φωτογραφία ενός νεαρού άντρα. Ο Τζίμι την κοίταξε για λίγες στιγμές. Δεν έμοιαζε με τον ηλικιωμένο που είχε συναντήσει. Ήταν έτοιμος να απομακρυνθεί, όταν πρόσεξε τα μάτια του. Είχαν εκείνο το παράξενο, ξεθωριασμένο γαλάζιο. Το βλέμμα του κατέβηκε στην ημερομηνία θανάτου. Ο άντρας είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν γεννηθεί ο Τζίμι.
Σηκώθηκε αργά και κοίταξε γύρω του. Το νεκροταφείο ήταν άδειο. Μόνο τα φύλλα σάλευαν απαλά στον αέρα. Πήρε το μονοπάτι της επιστροφής, μα λίγο πριν φτάσει στα δέντρα, σταμάτησε και κοίταξε πίσω. Η μπάλα είχε εξαφανιστεί.
Ερωδιίτη Παπαποστόλου 🍁





Comments