Oταν Σωπαίνει ο Ήλιος και το Χώμα Ξυπνά
- ΕΡΩΔΙΤΗ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

- Jun 9
- 2 min read

Όταν Σωπαίνει ο Ήλιος και το Χώμα Ξυπνά
Αναρωτήθηκες ποτέ τι συμβαίνει μέσα σε ένα άδειο νεκροταφείο, όταν σβήνει ο ήλιος; Όταν το μόνο φως που απομένει είναι οι φλόγες των κεριών που τρεμοπαίζουν, η βαριά, σιδερένια πόρτα κλείνει πίσω σου και η ησυχία γίνεται εκκωφαντική;
Εκεί, οι ψίθυροι των δέντρων γίνονται ένα με τους ψιθύρους της νύχτας. Ο άνεμος φυσά και τα αγριόχορτα πνίγουν τις κορνίζες, τα ονόματα, τις αναμνήσεις. Όλοι γίνονται ένα, χωρίς πρόσωπα, χωρίς ηλικίες, χωρίς φωνή.
Άκουσες τον σπαραγμό του μικρού παιδιού, όταν του πήρες ένα από τα παιχνίδια που του είχαν αφήσει στον τάφο του; Το κλάμα του, όταν κάηκαν τα πολύχρωμα φωτάκια που του είχαν ανάψει;
Είδες τα δάκρυα της γιαγιάς, όταν μαράθηκε το τριαντάφυλλο στο βάζο, επειδή δεν ήρθε κανείς να το ποτίσει; Άγγιξες τα μαραμένα πέταλά του τη στιγμή που διαλύονταν στα χέρια σου;
Γεύτηκες ποτέ την πίκρα των ξεχασμένων, όταν τα κεριά τους έσβησαν κι αυτά μαζί με τον ήλιο;
Αφουγκράστηκες το κλάμα της νεκρής νύφης, όταν ο αέρας παρέσυρε το πέπλο που είχαν δέσει στον σταυρό της και το έριξε στα λασπόνερα; Άκουσες τα ουρλιαχτά του φονιά τη στιγμή που οι τσουκνίδες και τα αγριόχορτα έπνιγαν τον τάφο του;
Θέλησες ποτέ να μάθεις γιατί είναι τόσο δυνατός ο ήχος που κάνουν οι αλυσίδες όταν τυλίγονται γύρω από τα πόδια των ψυχών;
Αναρωτήθηκες πόσα βάσανα και πόσες αμαρτίες μπορεί να κουβαλούν;
Σου έσκισαν το μυαλό οι τσιρίδες των νεκρών, όταν τους ξεθάβουν για να βάλουν άλλους στη θέση τους; Όταν το φως του ήλιου καίει τα γυμνά κόκαλά τους;
Άκουσες τον σπαραγμό της μάνας, όταν έθαψαν δίπλα της το παιδί της;
Σκέφτηκες ποτέ γιατί όλα τα πνεύματα μοιάζουν με ασπρόμαυρες, ξεθωριασμένες φωτογραφίες; Μήπως πρόσεξες τον μεγάλο, μαρμάρινο σταυρό που είναι πάντα ραγισμένος; Είδες τη μαυροφορεμένη φιγούρα που στέκεται ακίνητη μπροστά του; Άκουσες τον ήχο που κάνει όταν τον χτυπά ρυθμικά με το σφυρί;
Προσπάθησες ποτέ να απαγγείλεις τους απόκοσμους στίχους που είναι χαραγμένοι στις πέτρινες πλάκες, αυτούς που κανείς ζωντανός δε θα έπρεπε να διαβάσει; Δοκίμασες να ακολουθήσεις τα διάφανα χνάρια που αφήνουν οι ψυχές στο πέτρινο μονοπάτι, νιώθοντας τη γέφυρα να ταλαντεύεται καθώς περνούν αέρινα στην απέναντι πλευρά;
Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί οι πόρτες κλείνουν ερμητικά με τη δύση του ηλίου; Τι είναι αυτό που προσπαθούν να κρατήσουν μέσα, την ώρα που τα κλαδιά των δέντρων απλώνονται σαν σκελετωμένα δάχτυλα πάνω από τα μνήματα;
Και τι θα συμβεί, άραγε, αν κάποτε δεν προλάβεις να φύγεις;
Πρόσεξες πως, τόση ώρα, η ομίχλη γύρω σου έχει πυκνώσει;
Παρατήρησες ότι ο μεγάλος, μαρμάρινος άγγελος δεν σκύβει πια πάνω από το μνήμα, αλλά κοιτάζει προς τη δική σου μεριά; Τα πέτρινα φτερά του ανοίγουν. Είναι έτοιμος να πετάξει.
Τι θα συμβεί αν σηκωθεί στον ουρανό και αρχίσει να ρίχνει τα πέτρινα πούπουλά του στο έδαφος;
Τι θα συμβεί σε όσους έχουν γονατίσει και κλαίνε σπαραχτικά, όταν η οργή του ξεσπάσει, κόψει τις αλυσίδες των νεκρών και οι τάφοι ανοίξουν χωρίς να τους αγγίξει ανθρώπινο χέρι;
Όταν το χώμα πάψει να σκεπάζει μόνο τους πεθαμένους… και αρχίσει να καλύπτει, ένα ένα, τα πρόσωπα των ζωντανών.
Ερωδίτη Παπαποστόλου 🌹




Comments