top of page

08 Μαϊου 1821,μάχη στο χάνι της Γραβιάς

08 Μαΐου 1821, μάχη στο χάνι της Γραβιάς

 


«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε, πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνη, Ήρωας του Εικοσιένα  (1770-1843)

 

Χάνι της Γραβιάς, 08 Μαΐου 1821

 

Οι μεσημεριανές ακτίνες του ήλιου, έλουζαν το πλινθόκτιστο διώροφο χάνι της Γραβιάς. Εντός των λεπτών τοίχων του υπήρχαν εκατό είκοσι επαναστατημένοι Έλληνες με τον οπλαρχηγό τους, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Είχαν οχυρώσει τις πόρτες και τα παράθυρα του χανιού, καθώς ανέμεναν την επίθεση των Τουρκαλβανών του Ομέρ Βρυώνη. Με λάσπη και πέτρες είχαν μειώσει τα ανοίγματα των παραθύρων, αφήνοντας μικρές οπές για τα καριοφίλια τους. Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε κλειδώσει τις πόρτες, αν και οι άντρες που τον είχαν ακολουθήσει στο παράτολμο σχέδιο του ήταν όλοι τους εθελοντές.  Εναντίον τους βάδιζαν οχτώ χιλιάδες έμπειροι τουρκαλβανοί στρατιώτες, που είχαν πολεμήσει με επιτυχία τα στρατεύματα του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο.

Στο πολεμικό συμβούλιο που είχε γίνει όταν έμαθαν  πως ο Ομέρ Βρυώνης με τις δυνάμεις του, θα περνούσε από την Γραβιά, καθώς βάδιζε για να καταπνίξει την επανάσταση στην Πελοπόννησο, υπήρχε διχογνωμία. Το σοκ της πανωλεθρίας στην Αλαμάνα και του μαρτυρικού θανάτου του Αθανασίου Διάκου ήταν πολύ νωπό. Οι οπλαρχηγοί Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης είχαν προτείνει να στηθούν εκατέρωθεν του δρόμου, ώστε αν χρειάζονταν να μπορούσαν να ξεφύγουν από τις υπέρτερες δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε προτείνει να οχυρωθούν στο χάνι της Γραβιάς και να αναμένουν τους Τουρκαλβανούς. Συνειδητοποιώντας το αδιέξοδο, ζήτησε εθελοντές από τους συγκεντρωμένους και οι υπόλοιποι τοποθετήθηκαν στους πρόποδες της Γκιώνας και του Παρνασσού.

Έχοντας μοιράσει τα πολεμοφόδια, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και οι άντρες του ανέμεναν τον στρατό του Ομέρ Βρυώνη. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα και ο ανοιχτός χώρος μπροστά από το Χάνι γέμισε με τους Τουρκαλβανούς στρατιώτες.


Ήταν ντυμένοι με τις λευκές φουστανέλες τους, τα κόκκινα γιλέκα τους και τα κεφάλια τους ήταν καλυμμένα από το φέσι, ένα κόκκινο κάλυμμα κεφαλής με μαύρη φούντα. Γύρω από την μέση τους υπήρχε η δερμάτινη ζώνη τους, στην οποία ήταν στερεωμένα δύο πιστόλες και η κυρτή λεπίδα τους. Κρατούσαν στα χέρια τους, τα μακρύκανα εμπροσθογεμή τουφέκια τους. Βάδιζαν λες και έκαναν παρέλαση.  Ο Ομέρ Βρυώνης ίππευε καμαρωτός, στο λευκό αραβικό άλογο του, με τα χρυσά γράμματα του ερυθρού γιλέκου του, να αστράφτουν κάτω από τις ηλιακές ακτίνες.

Στην αρχή οι τουρκαλβανοί επιτέθηκαν στις δυνάμεις των οπλαρχηγών Πανουργιά και Δυοβουνιώτη και όταν οι οπλαρχηγοί οπισθοχώρησαν πιο ψηλά στα βουνά, ο Ομέρ Βρυώνης διέταξε την περικύκλωση του χανιού. Οι δυνάμεις των Ελλήνων από χίλιους διακόσιους πολεμιστές μέσα σε λίγα λεπτά είχαν μειωθεί σε εκατό είκοσι, που ήταν ταμπουρωμένοι στο χάνι. Οι Έλληνες ήλπιζαν, πως οι τοίχοι από λάσπη και άχυρο, θα σταματούσαν τις μολυβένιες βολίδες.

Ο Ομέρ Βρυώνης , καθώς ήξερε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο έστειλε έναν δερβίση για να ζητήσει την παράδοση τους. Ένα βόλι ενός αγωνιστή έστειλε τον δερβίση στην αντίπερα όχθη. Οι τουρκαλβανοί όρμησαν με αλαλαγμούς στο χάνι, για να εκδικηθούν τον θάνατο του δερβίση τους.

Αυτό ήταν που ήθελε και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Είχε οργανώσει τους άντρες του σε τρία μέρη, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πολεμικά εγχειρίδια. Το ένα τρίτο πυροβολούσε συγχρόνως και όχι μεμονωμένα. Το άλλο ένα τρίτο γέμιζε τα καριοφίλια του και το τελευταίο τρίτο έριχνε, όπου χρειάζονταν για πιο πυκνά πυρά. Είχε φτιάξει τον πρώτο τακτικό στρατό της επαναστατημένης Ελλάδας.

Οι τουρκαλβανοί ήταν έμπειροι στρατιώτες σε ανοιχτές μάχες αλλά δεν ήξεραν από πολιορκίες. Ανέμεναν μια εύκολη νίκη. Θεωρούσαν πως θα έσπαγαν τις πόρτες, θα έσφαζαν τους αγωνιστές και την επόμενη ημέρα θα ξεκινούσαν για την Τριπολιτσά, που την πολιορκούσε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.


Πυκνά πυρά τους συνάντησαν πριν καν φτάσουν στα μισά για το Χάνι και τα βόλια άρχισαν να τους θερίζουν σαν τα στάχυα. Το πετρώδες έδαφος στρώθηκε με τα άψυχα κουφάρια τους. Προς τιμήν τους έφτασαν στο χάνι αλλά οι πόρτες δεν έσπασαν καθώς ήταν αμπαρωμένες. Προσπάθησαν με τα γιαταγάνια τους να ανοίξουν τους πλίνθους που ήταν στερεωμένοι με λάσπη και άχυρο αλλά οι βολές των Ελλήνων αγωνιστών, τους έστελναν με γοργό Ρυθμό στο κάτω κόσμο. Αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν κουβαλώντας τους τραυματισμένους.

Ο χώρος γύρω από το Χάνι είχε γεμίσει από τα κόκκινα γιλέκα των Τουρκαλβανών.

Μέσα στο χάνι, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική από τον μαύρο καπνό του μπαρουτιού, σε σημείο, οι υπερασπιστές να μην μπορούν να δουν σε απόσταση ενός μέτρου. Μοιράστηκε νερό και ανέμεναν το επόμενο κύμα επιδρομέων με καρτερία.

 Ο Ομέρ Βρυώνης έβραζε από το θυμό του. Φρέσκες δυνάμεις ετοιμάστηκαν και όρμησαν με λιγότερη προθυμότητα από τους πρώτους, με χοντρές ατάκες ιδρώτα να κυλάνε στην ραχοκοκαλιά τους, από τον καυτό ήλιο. Αλλεπάλληλες ομοβροντίες τους αποδεκάτισαν και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν, αφήνοντας πολλούς από τους συντρόφους τους, βορά στα όρνεα που είχαν αρχίσει να πετάνε κάτω από τον απογευματινό ήλιο.

Μετά από λίγη ώρα ένα τρίτο απρόθυμο κύμα Τουρκαλβανών ετοιμάστηκε, με τον Ομέρ Βρυώνη να ουρλιάζει διαταγές. Έφτασαν πολεμώντας μέχρι το χάνι, μερικοί κατάφεραν να γκρεμίσουν μερικές από τις πρόχειρες οχυρώσεις  και με τα καριοφίλια τους, σκότωσαν μερικούς Έλληνες αγωνιστές. Το συνεχόμενο όμως σφυροκόπημα από τα καριοφίλια και το πείσμα των πολιορκούμενων, τους ανάγκασε και αυτούς να οπισθοχωρήσουν.

Το λυκόφως είχε καλύψει την περιοχή καθώς ο Ομέρ Βρυώνης παρακολουθούσε τους τραυματισμένους στρατιώτες του, να περνάνε από μπροστά του, με τα κεφάλια τους κατεβασμένα.

Κάποιος άλλος μπορεί να είχε διατάξει επίθεση ξανά. Όχι όμως ο Ομέρ Βρυώνης. Συνειδητοποίησε πως είχε πέσει στην παγίδα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, σαν πρόβατο επί σφαγή. Έστειλε εντολές να φέρουν κανόνια από την Λαμία. Μέχρι το αυριανό μεσημέρι, με το πυροβολικό του, θα είχε μετατρέψει το χάνι της Γραβιάς, σε καπνισμένα ερείπια, σκέφτονταν καθώς το ολόγιομο φεγγάρι ανέτειλε στον ουράνιο θόλο. Μετά ανάμεσα στα καψαλισμένα κορμιά θα ανακάλυπτε τα άψυχα μάτια του Οδυσσέα Ανδρούτσου.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος συνειδητοποιώντας πως ο Ομέρ Βρυώνης θα έφερνε κανόνια, δεν έμεινε αμέτοχος. Τους είχαν σχεδόν τελειώσει και τα πολεμοφόδια, που τους είχαν φέρει πατριώτες από τα διπλανά χωριά. Αφαίρεσαν ένα μέρος από τους πλίνθους της αριστερής πλευράς του Χανιού. Έθαψαν τους έξι νεκρούς συντρόφους τους. Υπό το πέπλο του σκοταδιού, εκατό δεκατέσσερις λευκοντυμένες φιγούρες, κινούμενες σαν σκιές, ανάμεσα σε μισοκοιμισμένους Τουρκαλβανούς σκοπούς, διέφυγαν για να πολεμήσουν ξανά, στο πεδίο της δικής τους επιλογής.

 

Χάνι της Γραβιάς, 09 Μαΐου 1821

 

Καθώς πλησίαζε το μεσημέρι, ο στρατός του Ομέρ Βρυώνη αποχωρούσε από το άδειο πλέον χάνι της Γραβιάς. Ο δρόμος για την Πελοπόννησο ήταν ανοιχτός, όμως οι τριακόσιοι νεκροί του και οι εξακόσιοι τραυματίες του, τον είχαν κάνει να χάσει την αποφασιστικότητα του. Από μακριά είδε τα μπρούτζινα κανόνια του, που έρχονταν από την Λαμία. Το θειάφι και το μπαρούτι δεν θα κατέκλυζαν τον χώρο.

Παρέμεινε αναποφάσιστος στην περιοχή της Γραβιάς για μια εβδομάδα. Στο τέλος παρατηρώντας την αβεβαιότητα που είχε κατακλύσει το στράτευμα του και φοβούμενος παρόμοιες ενέδρες από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, κατευθύνθηκε προς την Εύβοια, για να αναμένει οδηγίες από την Υψηλή Πύλη.

 

Χάνι της Γραβιάς, 08 Μαΐου 2025

 

Η ξανθιά ψηλή ξεναγός κινούνταν γοργά μπροστά από τους δεκάδες τουρίστες από την  Ουρουγουάη,  που είχαν έρθει να επισκεφτούν το αντίγραφο του Χανιού της Γραβιάς, που είχε ανεγερθεί το 1999, απέναντι από τα ερείπια του αυθεντικού.  Περιηγήθηκαν στους εσωτερικούς χώρους του Χανιού, θαυμάζοντας τις παραδοσιακές φορεσιές, τα καριοφίλια, τις πιστόλες και τις λεπίδες που ήταν πίσω από γυάλινες προθήκες. Περπάτησαν στους στάβλους και τους αχυρώνες όπου πολέμησαν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και οι εκατό είκοσι άντρες τους. Περιηγήθηκαν στα δωμάτια του πάνω ορόφου, διακοσμημένα σύμφωνα με τα έθιμα της Ελλάδας του 1821. Παρακολούθησαν σε γιγαντοοθόνη ντοκιμαντέρ σχετικά με την μάχη στο Χάνι της Γραβιάς.

Κρατώντας στα χέρια τους σακούλες με σουβενίρ, από το κατάστημα δώρων που λειτουργεί εντός του μουσείου συγκεντρώθηκαν γύρω από την μαρμάρινη προτομή του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Το αγέρωχο βλέμμα του ατένιζε το χάνι της Γραβιάς και τα γρανιτένια βουνά πέριξ, κατά από τον καταγάλανο ουρανό.

Η γαλανομάτα ξεναγός απευθύνθηκε προς τους τουρίστες, «Η σημασία της μάχης της Γραβιάς ήταν ουσιαστική για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό. Απέδειξε στους υπόλοιπους Έλληνες πως λίγοι μπορούν να αντιμετωπίσουν πολλούς και να τους νικήσουν. Πολλοί Έλληνες που αμφιταλαντεύονταν, μετά την μάχη της Γραβιάς, αποφάσισαν να πολεμήσουν τους Οθωμανούς . Επίσης αν δεν είχε σταματήσει ο Οδυσσέας Ανδρούτσος τον Ομέρ Βρυώνη στην Γραβιά, θα είχε κατευθυνθεί στην Πελοπόννησο και με τις υπέρτερες δυνάμεις του, θα είχε καταπνίξει την ελληνική επανάσταση στα σπάργανα της. Η Τριπολιτσά δεν θα είχε αλωθεί στις εικοσιτρείς Σεπτεμβρίου 1821 και οι Έλληνες θα είχαν παραμείνει υποδουλωμένοι. Δυστυχώς ο ήρωας της Γραβιάς, στραγγαλίστηκε και πετάχτηκε από την Ακρόπολη της Αθήνας, στις πέντε Ιουνίου του1825 και δεν μπόρεσε να δει την πατρίδα του ελεύθερη. Σκοτώθηκε από τους συμπατριώτες του, επειδή έμεινε αμέτοχος, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1823-1825».

Τα λεγόμενα της ξεναγού μεταφράστηκαν από τους αυτόματους μεταφραστές των Ουρουγουανών και άκουσα, από τα ακουστικά τους, στην μητρική τους γλώσσα, τα τελευταία σχόλια της ξεναγού.

Οι κάτοικοι της χώρας της Νότιας Αμερικής, κοίταξαν με εκτίμηση, τον μαρμάρινο πολεμιστή, που πολέμησε για μια ελεύθερη Ελλάδα αλλά πέθανε πριν δει την Ελλάδα του, ελεύθερη. Μερικοί δάκρυσαν, καθώς θυμήθηκαν πως στις εικοσιπέντε Αυγούστου 1825, η χώρα τους είχε ανακηρύξει την ανεξαρτησία της από την Βραζιλία. Δύο χώρες που τις χώριζαν ωκεανοί, αλλά τις ένωναν, η ακόρεστη δίψα του ανθρώπου για την Ελευθερία.

 

 

ΤΕΛΟΣ



Γιώργος Παλαιστής 🌹

Comments


bottom of page