ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΈΝΕΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
- ΣΙΜΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

- 3 days ago
- 3 min read

Toυ Σίμου Ιωσηφίδη
Με αφορμή τα 115 χρόνια της εκδημίας του {3 Ιανουαρίου 1911} κάνω μια ελάχιστη αναφορά για τον ρόλο της οικογένειας στο έργο τού καίτοι θεωρούμενου κορυφαίου ηθογράφου-ρεαλιστή του ευρωπαϊκού ρομαντισμού.
«Μένουμε διαιτώμενοι εις την οικία μας, στραβοπατούντες από δωμάτιον σε δωμάτιον ως ποταμιαία καβούρια
Αλιβάνιστοι, αλειτούργητοι, ακοινώνητοι. Με την ελπίδα ότι σύντομα θα ανθρωπέψουμε πάλι».
“Οι Ελαφροΐσκιωτοι”
Υπάρχει σε μια πολύ λεπτή κορυφογραμμή, που ο Παπαδιαμάντης την αντίκρισε απ’ τη δική του νηφάλια σκοπιά, κάτι σχεδόν ανερμήνευτο, ένα νεύμα των πραγμάτων που συντάσσονται αρμονικά για χάρη του ανθρώπινου βλέμματος, η αίσθηση ενός φωτός συμπυκνωμένου σε απόλυτο βαθμό.
Και να, αίφνης, τούτη η λάμψη μετατρέπεται σε πρόσωπο.
Ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο παράθεσης, διασταύρωσης και, κυρίως, επεξεργασίας των θεσμών της εποχής.
Τι απόκοσμος και παράξενος βίος!
Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων, «η κορυφή των κορυφών» κατά Κ. Π. Καβάφη, ζούσε, εκουσίως, μόνος, απομονωμένος και απόκοσμος ταυτόχρονα, προσηλωμένος εκ βάθους στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στη λειτουργική της παράδοση (συνήθιζε να ψάλλει στον Ιερό Ναό του Αγίου Ελισσαίου, στην Πλάκα, ως δεξιός ψάλτης με αποτέλεσμα την αποκόμιση του τίτλου "Κοσμοκαλόγερος").
Επί του προκειμένου όμως και εν περιλήψει: ουδεμία ηρωίδα κι ουδείς ήρωας του πολύγραφου Σκιαθίτη δεν προέρχεται ούτε και έχει κανονική οικογένεια!
Η αρτιμέλεια των συγγενικών δεσμών εκλείπει ολοσχερώς!
Εν ολίγοις, η περίφημη "Αγία Ελληνική Οικογένεια" στο έργο του "Αγίου" των ελληνικών γραμμάτων, απλά δεν υπάρχει.
Ο κυρ Αλέξανδρος πλησίαζε ευλαβικά τον απλό άνθρωπο της υπαίθρου και προσάρμοζε στην λιτότητά του το εκφραστικό της όργανο. Αναπαρήγε μιαν αφήγηση, σε πρώτο πρόσωπο κατά προτίμηση, μιας ζωής παλαιικής και απλής· ο διάλογος σχεδόν φωνογραφικά πιστός. Κάτι σαν μια λύση υφολογική.
Η σχέση του Παπαδιαμάντη με τη φύση από την άλλη δεν είναι μονάχα αισθητική, αλλά κυρίως ηθική.
Πρώτα πρώτα είναι ο συγγραφέας του κενού. Του ανοιχτού χώρου. Τοποθετεί τα δρώμενα μέσα σε αχανή περιβάλλοντα. Φύση και άνθρωπος αλληλοεξαρτώνται και, όπως φυσικό είναι, αλληλοεπηρεάζονται. Η πρώτη καθορίζει εν πολλοίς τα δρώμενα κι εκείνα επενεργούν στο ήθος του χώρου. Ο Παπαδιαμάντης δεν μένει σ' ένα λαϊκό ανιμισμό, σαν αυτό των δημοτικών μας τραγουδιών φερειπείν.
Η φύση είναι άλλο κτίσμα· επ’ουδενί δεν είναι προέκταση του ανθρώπου.
Mια μεθυστική βλάστηση που, εκεί στο βάθος της, φωλιάζουν οι δοξασίες και τα πνεύματα, η πίστη στο υπερφυσικό.
Όμως όχι κάτι κατώτερο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί, με το αζημίωτό του, να ξεκόψει από τη φύση. Αν το κάνει, ξεκόβει από έναν θαυμάσιο «Κόσμο» και το επιτίμιο, μοιραίως, είναι η αλλοτρίωση και η φθορά. Όπως τόνισα στην αρχή, ο Παπαδιαμάντης νοσταλγεί το «κατά φύσιν», το αρχαίο κάλλος και την αθώα παρθενικότητα.
Και οι ήρωές του...
Τι παράξενο!
Ταλαιπωρημένοι, φθαρτοί, κακόμοιροι, εγκαταλελημμένοι και βασανισμένοι και κοινωνικά εξαθλιωμένοι χαρακτήρες απάρτιζαν τις περισσότερες πλοκές μιας αφήγησης ενιαίας.
Μονήρεις βίοι. Βιώνουν ακραίες καταστάσεις, άλλοτε από την έλλειψη παιδιών κι άλλοτε από τον υπερβολικό αριθμό, με τη φτώχεια να είναι πανταχού παρούσα, απεικονίζοντας με ρεαλισμό τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής του: ο αλκοολισμός και η εγκατάλειψη αποτελούν ένα βασανιστικό δίπολο.
Ο άντρας περιορίζεται σε ένα απρόσωπο σημείο αναφοράς των οικονομικών διευθετήσεων. Οι συγγενείς πρώτου βαθμού αποφεύγονται καθώς ενσαρκώνουν την αδιάψευστη υπενθύμιση της συναισθηματικής τους αποτυχίας. Κρύβονται στο βαρομετρικό χαμηλό της επαγγελματικής τους ρουτίνας.
Ο αρσενικός ήρωας εκπαιδεύει έναν απελπισμένο εαυτό. Κοιτάζει τα παιδιά δίχως να τα βλέπει, δηλαδή χωρίς να διακρίνει την ανάγκη τους. Οι ίριδες των ματιών τους μένουν δίχως θεατή. Είναι εκείνα τα χαμένα βλέμματα, σαν ένα τρεμόπαιγμα της φλόγας ενός κόσμου που σβήνει.
Μια κουλτούρα της δυστυχίας· δηλαδή επρόκειτο ουσιαστικά για εκείνο το είδος του σοκ που αδυνατείς να νιώσεις σήμερα, αφού εκπαιδεύεσαι να κυκλοφορείς σαν τυφλός και κουφός.
Ωστόσο, πάντα η γυναικεία μορφή όμως ήταν λυτρωτική.
Μήπως τούτο, η περιγραφή του αφηγηματικού "περιθωρίου" δηλαδή, οφειλόταν στο γενικό ξεχαρβάλωμα της κοινωνίας;
Ειδικά στα 'Ρόδινα ακρογιάλια', διηγείται την ιστορία μιας αντροπαρέας: τα σπίτια του νησιού, τα περισσότερα εξ αυτών, είναι "προβληματικά", βουτηγμένα στην ορφάνια, την ανέχεια και την δυστυχία.
Οι πρόωροι χαμοί, οι ανάγκες μετανάστευσης, η ένδεια μιας αδήριτης καθημερινότητας απέτρεπαν την κοινωνικοποίηση, την όποια οικογενειακή ενσωμάτωση.
Τίποτα εξωραϊσμένο...
Κι όμως στο σύνολο του έργου του η οικογένεια είναι κεντρικό θέμα. Δεκάδες χήροι, χήρες, ορφανά και άγνωστης οικογενειακής προέλευσης άνθρωποι απαρτίζουν το ογκωδέστατο έργο του.
Γυρίζοντας πάλι στην φύση, εκείνη την γνώριμη νοητή ύπαιθρο, οι ήρωές του διαλογίζονται. Μένουν νήπιοι, αθώοι και, ως εκ τούτου, φυσικοί. Και αυτή η φυσικότητα υποβοηθά την επικοινωνία του με το Θείο.
Το «έξω» είναι ο καταλύτης, ο αδιαπραγμάτευτος δεσμός με τον Κτίστη.
Παρά τον ερωτισμό των κειμένων άπαντα λειτουργούν υπό το βλέμμα της Παναγίας.
Τα σώματα δεν συνευρίσκονται. Ουδεμία σαρκική επαφή. Το μυστήριο του Γάμου μένει απόν. Ο έρωτας όχι σαν ερωτοτροπία αλλά σαν κρημνοβασία. Τα κρυφά θέματα, ό,τι υποννοείται, είναι το αληθινό. Ό,τι υποφαίνεται, φαίνεται.
Μόνη αλήθεια είναι ο αναγνώστης.
Λυρισμός λοιπόν είναι το πέραν της θέασης, το ανθόσπαρτο χωράφι που αντανακλάται μέσα μας. Δεν βλέπουμε τα άνθη, εκείνα μας βλέπουν.
Εντέλει, ακόμα κι εδώ, η Αγία Ελληνική Οικογένεια δεν υπάρχει. Απλώς στολίζει μόνο τα κάδρα της κουζίνας τις Κυριακές...
Σίμος Ιωσηφίδης 🌹




Comments