Το νυφικό του θανάτου🌹
- ΣΤΕΛΛΑ ΣΩΤΗΡΚΟΥ

- May 22, 2025
- 3 min read
Γράφει η Στέλλα Σωτήρκου

‘Εστεκε εκεί, στον πάγκο της λαϊκής, με γυρισμένη την πλάτη προς εμένα.
Φορούσε το λευκό, νυφιάτικο φόρεμα που είχε αρχίσει να ξεφτίζει εδώ
κι εκεί.
Μεγάλη αντίθεση με το άλικο χρώμα απ' τις ντομάτες και το ζεστό
πορτοκαλί απ'τα μανταρίνια. Ο παραγωγός, προσπαθούσε να κρύψει τον οίκτο του,
κινούμενος γύρω απ'τα προϊόντα του. Δεν μπορούσε να την αντικρίσει. Την ήξερε.
Εκείνη ταλαντεύτηκε για λίγο, σαν να ένιωσε την αύρα του κι απομακρύνθηκε.
Γύρισα διακριτικά στο πλάι. Ήθελα να δω τα μάτια της, με έναν ένοχο φόβο.
Τα μάτια εκείνης που στη γειτονιά ήταν η πιο όμορφη, η πιο περιζήτητη νύφη.
Γαλάζιες λίμνες θύμιζαν, που μέσα τους βούλιαζες και δεν ήθελες να βγεις στην
επιφάνεια.
Κι όμως, η μοίρα, της επιφύλασσε μια μαχαιριά. Χρόνος είχε περάσει από
κείνη τη μαύρη μέρα. Πάνω που ετοιμαζόταν να προβάρει το νυφικό.
Τις σκέψεις μου διέκοψε η κίνηση της. Γύρισε απότομα, με κοίταξε κι ανατρίχιασα
ολόκληρη. Με πλησίασε θαρρετά.
«Τί κάνεις φιλενάδα;» με ρώτησε χαμογελώντας. Πάγωσα για λίγο, αλλά ήταν
μονόδρομος η απάντηση.
«Καλά! Όλα καλά! Εσύ πώς είσαι» ανταπάντησα και άρχισε ο μονόλογος..
"Μια χαρά! Νιώθω τόσο ευτυχισμένη! Τελειώνουν οι ετοιμασίες του γάμου
μου! Κοίτα το νυφικό! Πώς σου φαίνεται;» χαμογέλασε και έκανε μια γύρα
θεατρική, μ' όλες τις δαντέλες να παραπαίουν.
«Εξαιρετικό, καλή μου! Θα 'σαι υπέροχη νύφη», μουρμούρισα κι άθελά μου,
κύλησαν δάκρυα. Μ' αγκάλιασε μ' ένα επιφώνημα.
«Μην κλαις! Ξέρω ότι χαίρεσαι για μένα, αλλά θα 'ρθει κι η σειρά σου, μην σκας
καλέ! Τώρα όμως πρέπει να σ' αφήσω, γιατί με περιμένει η κουμπάρα. Φιλιά!»
Ανασήκωσε το χέρι και χάθηκε μες στο πλήθος. Κίνησα να φύγω, να κρυφτώ.
Ένας χρόνος λες κι ήταν χτες.
Δεκαπέντε χρονών ήταν ο Βασίλης όταν μετακόμισαν οικογενειακώς στο
χωριό.
«Μάνα, ποιοί κάθονται απέναντί μας;» απόρησε.
«Θα μάθουμε παιδί μου, μη στέκεσαι στο παράθυρο συνέχεια!"
Είδε τη φιγούρα του να κινείται κι εκείνος γύρισε και την κοίταξε λες κι
ένιωσε, ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Τον χαιρέτησε αμήχανα κι εκείνος
ανταπέδωσε. Τα μάτια του άστραψαν. Από τότε δεν χωρίστηκαν ποτέ.
Μέχρι πέρσι.
Ολόκληρη η οικογένεια, μάνα, πατέρας κι ο γιος, που θα ντυνόταν γαμπρός,
έφυγαν απ' την επιδημία. Δεν πρόλαβαν το κακό. Όσο κι αν βούιζαν οι
τηλεοράσεις, όσο κι αν ικέτευε η αδελφή του, απ' τη Θεσσαλονίκη να
προστατευτούν, εκείνοι αμετακίνητοι.
«Σε μας δεν θα τύχει. Άσε με τώρα κι έχουμε γάμους και πανηγύρια! Κάτσε να
παντρέψω τα παιδιά και μετά βλέπουμε!» έλεγε η θεία Κούλα.
Έφυγαν , ο ένας πίσω απ' τον άλλον. Ασθενοφόρο, εντατική και τέλος..
Και ποιός να πει τα μαντάτα στην Όλγα, που κοίταζε το είδωλο της στον
καθρέφτη, με το πιο φωτεινό της χαμόγελο κι αναρωτιόταν τί χτένισμα να κάνει
στον γάμο;
Η κραυγή της ακούστηκε μέχρι την επάνω γειτονιά. Το χωριό λες και σταμάτησε ν'
αναπνέει. Μια στιγμή στο σύμπαν. Μια στιγμή, όλη η ζωή.
Από τότε δεν ξανασήκωσε κεφάλι η Όλγα. Κλείστηκε στην κάμαρή της κι
ήταν σαν να την ξέχασε κι ο Θεός. Μάταια έτρεχαν οι συγγενείς κι οι φίλοι να της
δώσουν κουράγιο. Κλείστηκε στον εαυτό της, βουβάθηκε, ζούσε πια στον δικό της
κόσμο! Στα σαράντα, στο μνημόσυνο που παρευρίσκονταν όλοι οι χωριανοί,
εμφανίστηκε μια λευκή φιγούρα απ' το πουθενά. Ήταν ντυμένη νύφη,
μακιγιαρισμένη και λαμπερή. Έτρεξε στον παπά κι επέμενε για την ημερομηνία
του γάμου της. Όταν εκείνος δεν της έδωσε καμία απάντηση, έπιασε κουβέντα με
τις θείες που έπιναν τον πικρό καφέ και συζητούσε τα όνειρα της για το ταξίδι του
μέλιτος..
«Κρήτη θα πάμε θειά!Να φύγουμε από δω και να δούμε τη θάλασσα, μέχρι
όσο φτάνει το μάτι μας! Μετά θ' ανεβούμε σε μια βάρκα και θα βουλιάξουμε στο
ηλιοβασίλεμα..»
Μούδιασε όλο το χωριό. Αυτή την αγκάλιασε με αγάπη μπας και την ζεστάνει.
Μάταια όμως.
Ταξιδιώτη, αν βρεθείς στα μέρη μας, εκεί ψηλά στα απάτητα βουνά και τη δεις
με ξεσκισμένη δαντέλα, ξανθό μαλλί και με τρελό βλέμμα να κάθεται στον καφενέ
και να μονολογεί, μην γελάσεις.. Μια νύφη είναι, που περιμένει μάταια τον άντρα
της, να φανεί στην πόρτα της εκκλησιάς.
Στέλλα Σωτήρκου 🌹




Comments