top of page

Οι θαρραλέες γυναίκες της Πίνδου του 1940


«Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε

κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της

μπρούτζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος

σαν να ’χε ο Διόνυσος γιορτή.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ποιητής και πεζογράφος (1912 –1991)


Πίνδος, 09:00 02 Νοεμβρίου 1940


Η εξηντάχρονη Αλκμήνη του ακριτικού βλαχοχωριού Σαμαρίνα βάδιζε στα χιονισμένα απόκρημνα μονοπάτια των απότομων πλαγιών της βόρειας Πίνδου, σε υψόμετρο δύο χιλιάδων εκατό μέτρων. Στην πλάτη της είχε περασμένο ένα ξύλινο κιβώτιο που περιείχε οβίδες πυροβολικού. Την ακολουθούσαν δεκαπέντε γυναίκες από το ίδιο χωριό με ηλικίες που κυμαίνονταν από δεκαεφτά μέχρι ογδόντα. Ήταν όλες τους, καλυμμένες με χοντρά μάλλινα πανωφόρια και στις πλάτες τους είχαν παρόμοια βαριά κασόνια με πολεμοφόδια για τους Έλληνες στρατιώτες, που πολεμούσαν τους Ιταλούς αλπινιστές στις ομιχλώδεις βουνοκορφές της Πίνδου. Όλα τα κιβώτια ήταν τυλιγμένα με μάλλινες κουβέρτες, σαν βρέφη για να μην νοτίσουν τα πυρομαχικά και πάθουν αφλογιστία. Τα κασόνια ήταν σφιχτά δεμένα με χοντρά σχοινιά, στις πλάτες τους, με την μέθοδο της ζαλίκα, ώστε να έχουν ελεύθερα τα χέρια τους και να μπορούν να ισορροπούν στον γλιστερό πάγο, που κάλυπτε την οροσειρά της Πίνδου.


Με το που ξεκίνησε ο πόλεμος την 28 Οκτωβρίου 1940, ο Ελληνικός στρατός βρέθηκε γρήγορα σε μειονεκτική θέση, από την πλευρά της μεταφοράς των εφοδίων στο μέτωπο. Οι χωματόδρομοι που οδηγούσαν στα γρανιτένια βουνά, μετατράπηκαν σε ορμητικά ποτάμια λάσπης, λόγω των συνεχόμενων βροχοπτώσεων αλλά και του χιονιού, που έκανε την εμφάνιση του στα τέλη του Οκτωβρίου. Τα ιταλικά αεροπλάνα είχαν μετατρέψει τις γέφυρες σε καπνίζοντα συντρίμμια, ενώ λόγω της επιστράτευσης που ακόμα εξελίσσονταν, υπήρχαν ελλείψεις σε μουλάρια και γαϊδούρια. Εκείνη την στιγμή της ανάγκης, προσήλθαν εθελοντικά οι γυναίκες της Πίνδου και ανέλαβαν την μεταφορά των πολεμοφοδίων. Τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους, τα αδέρφια τους και οι σύζυγοι τους υπερασπίζονταν την οροσειρά της Πίνδου. Δεν μπορούσαν να τους εγκαταλείψουν χωρίς εφόδια. Ήξεραν καλά τα βουνά της Πατρίδας τους. Μόνες τους οργάνωσαν την εφοδιαστική αλυσίδα. Ομάδες δεκαπέντε με είκοσι γυναικών θα μετέφεραν τα πολεμοφόδια, ενώ οι πιο ηλικιωμένες ανέλαβαν να φροντίζουν τους τραυματίες στρατιώτες, να ζυμώνουν το ψωμί που θα έτρεφε τους συμπατριώτες τους και να πλέκουν τα μάλλινα ρούχα που θα προστάτευαν τους στρατιώτες από τα κρυοπαγήματα. Πολλές ξεκινούσαν την ανάβαση τους, χωρίς να γνωρίζουν αν θα επέστρεφαν. Ο πάγος, το χιόνι, ο αέρας και οι ιταλικές βόμβες καιροφυλακτούσαν, ανάμεσα στην ομίχλη που τύλιγε τις κορυφές της Πίνδου. Η εφοδιαστική αλυσίδα όμως δεν έσπασε, παρά τις απώλειες. Οι γυναίκες της Πίνδου ήταν η δεύτερη γραμμή του μετώπου, που κράτησαν την πρώτη γραμμή.



Ενώ γύρω από την ασπρομάλλα Αλκμήνη, στροβιλίζονταν οι ολόλευκες νιφάδες του χιονιού, το μυαλό της πήγαινε στον σαραντάχρονο αδερφό της, που πιλοτάριζε το PZL P24 μαχητικό αεροπλάνο του, ανάμεσα στις λευκές κορυφογραμμές της οροσειράς Πίνδου, ενώ είχε να αντιμετωπίσει την πανίσχυρη ιταλική αεροπορία, με τα ολοκαίνουργια μαχητικά αεροπλάνα τους. Μπροστά τους οι θεόρατες κορυφές του Γράμμου και του Σμόλικα, έλαμπαν λες και τις σφυροκοπούσαν οι κεραυνοί του Δία, από τους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς της ιταλικής αεροπορίας και του ιταλικού πυροβολικού. Καμία τους δεν δείλιασε από τις εκκωφαντικές εκρήξεις και την αποπνικτική μυρωδιά του θειαφιού, καθώς περπατούσαν δίπλα στους ολισθηρούς γκρεμούς.

Μετά από μια πορεία οχτώ ωρών μέσα στο πολικό κρύο και τον παγωμένο αέρα, έφτασαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Οι σφαίρες και οι οβίδες έπεφταν σαν καταρρακτώδη βροχή, παντού τριγύρω τους. Υπήρχαν μεγάλες οπές στους βράχους από τα κανόνια των Ιταλών και η χαρακτηριστική μεταλλική οσμή του αίματος και του μπαρουτιού κυριαρχούσε στην πνιγηρή ατμόσφαιρα. Στην μέση του πρόχειρου στρατοπέδου, μια ματωμένη γαλανόλευκη σημαία κυμάτιζε αγέρωχα, αψηφώντας τις ιταλικές σφαίρες. Γρήγορα οι γυναίκες μοίρασαν τα πυρομαχικά, τα φρεσκοζυμωμένα ψωμιά και τις μάλλινες κάλτσες που είχαν υφάνει. Αυθόρμητα χαμόγελα έκαναν την εμφάνιση τους, στα κουρασμένα και μωλωπισμένα πρόσωπα των συμπατριωτών τους. Ένας μελαχρινός λοχαγός, με καταγωγή από την Τραπεζούντα, με το δεξί του χέρι σε αυτοσχέδιο νάρθηκα, προσπαθούσε να εμψυχώσει τους άντρες του. Δίπλα του ένας ψηλός Κρητικός λοχίας, με το χαρακτηριστικό μαύρο μαντήλι με τα πλεκτά κρόσσια να καλύπτει το μέτωπο του, πλησίασε κουτσαίνοντας με το τυφέκιο Μάνλιχερ του, έτοιμο για την μάχη, που θα ακολουθούσε.

Η Αλκμήνη μαζί με την αδερφή της, την πενηντάχρονη Ελπίδα σήκωσαν ένα πρόχειρο φορείο από σανίδια, που πάνω του υπήρχε ένας σοβαρά τραυματισμένος εικοσάχρονος συγχωριανός τους. Θα ήταν μια κούρσα με τον αδυσώπητο χρόνο, με τις καιρικές συνθήκες εναντίον τους. Αν οι γυναίκες κατάφερναν να τον κατεβάσουν στην Σαμαρίνα εγκαίρως και λάμβανε την αναγκαία ιατρική φροντίδα, θα επιζούσε. Αλλιώς ένας νέος άνθρωπος, θα ήταν μια ακόμα απώλεια, αυτού του ανάλγητου πολέμου.

Οι γυναίκες πριν ξεκινήσουν την κατάβαση τους, κοίταξαν προς την δύση και είδαν τα στίφη των Ιταλών φασιστών που πλησίαζαν. Οι καρδιές τους σφίχτηκαν. Για μια ακόμα φορά λίγοι ελεύθεροι θα αντιμετώπιζαν πολλούς. Η σφυρίχτρα του Μικρασιάτη λοχαγού ήχησε και άντρες από κάθε γωνιά της ελεύθερης Ελλάδας, ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς. Μια εγκάρδια προσευχή βγήκε από τα παγωμένα χείλη των γυναικών και ξεκίνησαν να βαδίζουν στο παχύ χιόνι, ενώ τα ιταλικά πολυβόλα τραγουδούσαν, το θανατηφόρο κονσέρτο τους.


Γεώργιος Παλαιστής 🌹



Comments


bottom of page