"Οι αναμνήσεις μιας γαλέρας "
- ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΛΟΠΟΥΛΟΥ-ΜΕΞΗ

- Oct 9, 2025
- 3 min read

Μπαμ μπουμ οι κανονιές άρχισαν να χτυπούν, χωρίς να σταματούν.
«Γίνεται χαμός επάνω». «Πάμε πολύ καλά φίλε μου Ντόρια, τους έχουμε σχεδόν νικήσει, αρκεί να μην τα παρατήσουμε», απάντησε η Μαρκέσα περνώντας ξυστά δίπλα μου. «Πρόσεχε μη φας καμιά αδέσποτη κανονιά και άσε τα λόγια», της απάντησα.
«Δεν φοβάμαι σου λέω, έχω επάνω μου τους πιο γενναίους. Επικεφαλής τους είναι ο Δον Χουάν της Αυστρίας.
Έχουν έρθει από παντού, Ισπανία, Γένοβα, Βενετία, ακόμη και ιππότες από τη Μάλτα. Συγκεντρωθήκαμε στο λιμάνι της Μεσσήνης και άκουγα το σχέδιο σε όλο τον δρόμο.

"θα σχηματίσουμε μια γραμμή με όλα τα πλοία, και θα πολεμήσουμε το Οθωμανικό Ναυτικό, έτσι ώστε να μπορέσουμε να επιτεθούμε συντονισμένα", έλεγαν και ξαναέλεγαν.
Δεν με ανησυχεί τίποτα, στενοχωριέμαι όμως γιατί έχω αρκετούς αρρώστους στα αμπάρια μου.
Ένας νεαρός Ισπανός, ο υπαξιωματικός μας ψήνεται στον πυρετό και βλέπει παραισθήσεις, όλη νύχτα φώναζε, «επάνω τους πάμε γερά».
Είχε τυλιχτεί με σκοροφαγωμένες κουβέρτες ενώ τριγύρω του περιτριγύριζαν οι αρουραίοι.
Το όνομα του, Μιγκέλ ντε Θερβάντες.
Όταν άκουσε τις κραυγές του πληρώματος και κατάλαβε ότι η μάχη είχε αρχίσει, πέταξε τα σκεπάσματα και ανέβηκε στο κατάστρωμα, πηγαίνοντας πέρα δώθε από τον πυρετό.
Ο καπετάνιος τον παρατήρησε και τον πλησίασε και του είπε:
«Βλέπω πως ο πυρετός σε έχει καταβάλει.
Πήγαινε κάτω, ξάπλωσε και ξεκουράσου.
Είσαι πολύτιμος για το πλήρωμα, αλλά δεν μπορείς να πολεμήσεις έτσι».
Ο Θερβάντες, με το βλέμμα του φωτεινό σαν φλόγα, σήκωσε το κεφάλι του. Παρά τη ζέστη που έκαιγε το σώμα του και τη δύναμη που ένιωθε να τον εγκαταλείπει, η καρδιά του παρέμενε σταθερή.
«Καπετάνιε», απάντησε με σταθερή φωνή, «δεν ήρθα εδώ για να ξαπλώσω.
Ήρθα να πολεμήσω.
Μου ανέθεσες το πιο επικίνδυνο σημείο, και αυτό είναι το καθήκον μου.
Δεν θα αφήσω κανέναν πίσω, ούτε θα εγκαταλείψω το πόστο μου. Ακόμα κι αν ο πυρετός με τυλίγει, η καρδιά μου καίει πιο δυνατά».
Ο καπετάνιος τον κοίταξε για μια στιγμή, και ένα αχνό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του.
Ήξερε καλά τι σημαίνουν τα λόγια του Θερβάντες.
Ήξερε πως υπήρχαν άνθρωποι που δεν πολεμούσαν μόνο με τα χέρια τους, αλλά και με την ψυχή τους. Και ο Θερβάντες ήταν ένας από αυτούς.
«Εντάξει», είπε τελικά ο καπετάνιος με έναν τόνο σεβασμού.
Έτσι, φτάσαμε στον Πατραϊκό Κόλπο.
Ο στόλος μας αποτελούνταν από 212 πλοία και ήμασταν έτοιμοι να εφαρμόσουμε το σχέδιο που είχαμε καταστρώσει.
Οι άνεμοι μαστίγωναν τα πανιά μας, και ο αέρας μύριζε θάλασσα και κίνδυνο.
Μπροστά μας βρισκόταν ο εχθρός, ο οθωμανικός στόλος αριθμούσε 278 πλοία, αλλά η φλόγα για ελευθερία έκαιγε πιο δυνατά μέσα μας.
Ο υπαξιωματικός μου, παρόλο που ήταν τραυματισμένος και καταπονημένος από την αρρώστια, στάθηκε γενναία στην πρώτη γραμμή, παρά τον πόνο που τον διαπερνούσε. Δεν έκανε πίσω, ακόμα και όταν είχε ήδη δεχτεί δύο τραύματα στο στήθος και το αριστερό του χέρι έτρεμε από την εξάντληση.
Είχε δεσμευτεί να πολεμήσει μέχρι τέλους.
Μέσα σε μια στιγμή, αστραπές και βροντές έσκισαν τον ουρανό. Ξέσπασε πανικός στις τάξεις των Οθωμανών, καθώς τα πυροβόλα μας άρχισαν να σφυροκοπούν τα πλοία τους, προσπαθώντας να διασπάσουν τον κλοιό τους.
Εμείς, οι φρεγάτες και τα πλοία μαζί στην πρώτη γραμμή, τους περικυκλώσαμε. Βυθίσαμε περίπου 20 Οθωμανικές γαλέρες και αιχμαλωτίσαμε 117 γαλέρες και 20 γαλιόττες.
Απελευθερώσαμε 15.000 Χριστιανούς σκλάβους.
Στο κατάστρωμα μου επικεφαλής ήταν ο Αλέξανδρος Φαρνέζε.
Τους ένιωθα στα σχοινιά από τα κατάρτια μου να κρατιούνται με το ένα χέρι και με το άλλο τους άκουγα να πολεμάνε με τα σπαθιά τους.
Οι στολές τους ακουμπούσαν επάνω μου, και τα πόδια τους χόρευαν στην κουπαστή μου.
Η θάλασσα είχε καλυφθεί από άντρες, κουτιά και βαρέλια των πλοίων του Κιλίτζ Αλή Πασά, το μεγαλύτερο της τουρκικής αρμάδας.
Η μάχη ήταν ανελέητη, διαρκούσε τέσσερις ολόκληρες ώρες. Υπήρχαν πολλές απώλειες και από τις δυο πλευρές.
Οι πυκνοί καπνοί σκοτείνιασαν τα πάντα όταν ξαφνικά άκουσα τη φωνή της Μαρκέσας που πάντα παρατηρούσε κάθε λεπτομέρεια στη μάχη να αντηχεί σαν βροντή πάνω από το χάος της μάχης και να μου φωνάζει: «Φίλε μου, αριστερά κάνε αριστερά, έρχεται καταπάνω σου».
Προσπάθησα να κινηθώ γρήγορα, αλλά δεν πρόλαβα, μια τεράστια μπάλα κανονιού με χτύπησε με μανία και στη συνέχεια κι άλλη κι άλλη, ενώ εγώ το μόνο που προσπαθούσα να κάνω όπως κοβόμουν στα δυο, ήταν να δω προς τα που πέφτανε οι δικοί μας στο νερό, για να τους πετάξω τα σπασμένα μου κουπιά, κάποιο κατάρτι ή ένα κομμάτι ξύλο, να σώσω όσους μπορούσα.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια, βρίσκομαι στο βυθό, έξω από το λιμάνι της Ναυπάκτου, εκεί που έγιναν όλα. Από εδώ, μπορώ να διακρίνω ένα άγαλμα, ίδιο με εκείνον τον γενναίο νεαρό Ισπανό Θερβάντες, που είχε η φίλη μου η Μαρκέσα στο κατάστρωμα της. Κάθε χρόνο στις 7 Οκτωβρίου γίνεται η αναπαράσταση της Ναυμαχίας, ακριβώς όπως τότε το 1571 και εγώ τους κοιτάζω μέσα από τη θάλασσα, υπερήφανος που ήμουν εκεί και ικανοποιημένος που δεν μας ξεχνούν.
Λαλοπούλου Μέξη Αγγελική 🌹




Comments