Ο ΧΑΡΤΑΕΤΌΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΙΩΝ
- ΕΡΩΔΙΤΗ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

- 14 hours ago
- 2 min read

Εκείνη την Καθαρά Δευτέρα, ο αέρας στο χωριό ήταν διαφορετικός. Ήταν ένας παγωμένος, σφυριχτός άνεμος που έμοιαζε να κουβαλάει ψιθύρους από τα βουνά.
Στον «Λόφο των Χαμένων» όπως τον έλεγαν οι παλιοί, ο ουρανός ήταν γεμάτος χρώματα. Δεκάδες χαρταετοί χόρευαν στον αέρα. Ανάμεσα τους, όμως, υπήρχε ένας που ξεχώριζε. Δεν είχε έντονα χρώματα. Ήταν μαύρος, και το σχήμα του δεν ήταν το κλασικό εξάγωνο, αλλά έμοιαζε με μάσκα.
Ο Ιάσονας, ο γιατρός του χωριού, πλησίασε έναν γέρο που καθόταν στην άκρη του γκρεμού, κρατώντας ένα κουβάρι από σκουριασμένο σύρμα αντί για σπάγκο.
«Ωραίος ο χαρταετός σου, παππού. Τι υλικό είναι;»
Ο γέρος δεν γύρισε να τον κοιτάξει.
«Είναι από παλιές αμαρτίες, αγόρι μου. Την Καθαρά Δευτέρα πρέπει να διώχνουμε όσα μας βαραίνουν. Αν δεν τα στείλουμε ψηλά, μας τρώνε από μέσα».
Ο Ιάσονας γέλασε αμήχανα, αλλά τότε ο άνεμος δυνάμωσε απότομα. Ο χαρταετός έκανε μια βουτιά και πέρασε ακριβώς πάνω από το κεφάλι του. Ένιωσε μια σταγόνα να πέφτει στο μάγουλό του. Την σκούπισε. Ήταν ζεστή˙ και κόκκινη.
«Πρόσεχε τη σκιά του» ψιθύρισε ο γέρος.
Η σκιά του χαρταετού στο έδαφος είχε το σχήμα ενός ανθρώπου που ούρλιαζε.
Καθώς ο άνεμος δυνάμωνε, ο χαρταετός άρχισε να «μαδάει». Μικρές λωρίδες χαρτιού άρχισαν να αποκολλώνται από την ουρά του και να στροβιλίζονται στον αέρα, πέφτοντας αργά προς το χωριό, σαν μαύρο χιόνι.
Άπλωσε το χέρι του και έπιασε μια λωρίδα που έπεφτε προς το μέρος του.
Το χαρτί ήταν τραχύ σαν ξερό δέρμα και πάνω του, με έναν γραφικό χαρακτήρα που αναγνώρισε αμέσως, τον δικό του, έγραφε:
14 Νοεμβρίου. Άφησες τον γερο-Ανέστη να πεθάνει αβοήθητος για να μην καθυστερήσεις στο ραντεβού σου.
Ο Ιάσονας ένιωσε το αίμα του να παγώνει. Κοίταξε γύρω του. Όλοι κρατούσαν από μια λωρίδα.
Η δασκάλα έκλαιγε, διαβάζοντας ένα χαρτί που έγραφε για τα χρήματα που είχε κλέψει από το ταμείο του σχολείου.
Ο φούρναρης έβλεπε έντρομος την ημερομηνία που είχε δηλητηριάσει τα σκυλιά του γείτονα.
Ξαφνικά, η λωρίδα στο χέρι του Ιάσονα άρχισε να σφίγγει. Τυλίχτηκε γύρω από τον καρπό του σαν φίδι. Ένιωσε το χαρτί να κόβει το δέρμα του, βαθιά, μέχρι το κόκαλο. Ούρλιαξε, αλλά είδε πως και οι άλλοι πάθαιναν το ίδιο.
Οι λωρίδες που έπεφταν από τον χαρταετό δεν ήταν απλά μηνύματα· ήταν δεσμά.
Όσο περισσότερο προσπαθούσαν να τις σκίσουν, τόσο εκείνες πολλαπλασιάζονταν. Ο χαρταετός ψηλά στον ουρανό άρχισε να τραβάει την ουρά του προς τα πάνω. Οι κάτοικοι ένιωσαν τα χέρια τους να σηκώνονται βίαια. Οι αμαρτίες τους, καταγεγραμμένες και δεμένες πάνω τους, τους τραβούσαν προς το κενό.
«Συγχώρεση!» φώναξε ο δήμαρχος, καθώς η δική του λωρίδα τυλιγόταν γύρω από τον λαιμό του.
Αλλά ο χαρταετός δεν είχε αυτιά. Είχε μόνο έναν ατέλειωτο σπάγκο που χανόταν μέσα στα σύννεφα, εκεί όπου κάτι τεράστιο και πεινασμένο περίμενε να μαζέψει τη «σοδειά» της χρονιάς.
Μέχρι το μεσημέρι, η πλατεία ήταν άδεια. Μόνο μερικές λαγάνες είχαν μείνει παρατημένες στα τραπέζια. Και ψηλά στον ουρανό, ο χαρταετός είχε γίνει ακόμα μεγαλύτερος, με μια ουρά που τώρα είχε πάνω της δεκάδες ανθρώπινες φιγούρες να κρέμονται σαν μικροσκοπικά, σπαρταριστά στολίδια.
Ερωδίτη Παπαποστόλου 🎈




Comments