Ο πόλεμος της λήθης
- ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ

- Aug 23, 2025
- 1 min read

Οι σφαίρες σφύριζαν.
Το χιόνι μας έπνιγε.
Δεν όριζα τη δειλή μου σάρκα. Πνεύμα ήμουν εκείνα τα
μερόνυχτα.
Πνεύματα ήμασταν όλοι.
Μια χούφτα ψυχές, διψασμένες για ουρανό, απέναντι σε μια
καλοκουρδισμένη μηχανή. Κι όμως, έχασε η λογική.
Κέρδισε η αξιοπρέπεια.
Γύρισα στο σπίτι περπατώντας.
Δε μ’ ένοιαζε. Τίποτα δε μ’ ένοιαζε πια. Μονάχα η αγκαλιά εκείνης κι
ένα φιλί από τον μονάκριβο γιο μου. Γιατρικό σε κάθε πληγή που χάραξε ο πόλεμος.
Βρήκα το σπίτι παγωμένο. Πριν καν διαβώ το κατώφλι, φώλιασε στην αγκαλιά μου. Το δάκρυ της
μούσκεψε το κουρελιασμένο πανωφόρι. Και πίσω της, κρατώντας σφιχτά το φουστάνι, το αγγελούδι
μας.
Με φοβόταν.Μαχαίρι στην καρδιά τα υγρά του ματάκια. Ξένο με λόγιζε τον πρώτο καιρό. Ακούς; Ξένο.
«Πρέπει να ηρεμήσεις. Πέρασαν αυτά. Πες πως δεν έγιναν ποτέ», αποκρίθηκε ο κύριος που στεκόταν,
πιστός ακροατής, τα βράδια στο προσκεφάλι του.
Πέρασαν δεκαετίες από τότε. Γέρασα. Ο χρόνος με καθήλωσε σε τούτο το ρημαδοκαρότσι. Όμως, αυτή
η στιγμή πάντα θα με στιγματίζει. Αυτή και όλες εκείνες οι στιγμές με τον γιο μου, που άνανδρα μου
είχε κλέψει ο πόλεμος. Και τώρα, εσύ, ένας άγνωστος νοσοκόμος, είσαι ο μόνος που μου έχει απομείνει.
«Κοιμήσου, είναι αργά. Αύριο πάλι», συνέχισε ο νοσοκόμος.
Ήταν ο τρίτος μήνας που άκουγε την ίδια ιστορία από τον υπερήλικα. Κάθε βράδυ, με τα ίδια ακριβώς
λόγια. Ούτε κόμμα δε διέφερε. Μα δεν τον ένοιαζε.
Δε βαριόταν. Κάθε φορά καταλάβαινε τη βαθιά αγάπη που έτρεφε ο πατέρας του για εκείνον. Κι ας μην τον αναγνώριζε πια.
Σάββας Ρουμελιώτης




Comments