top of page

"Μην αποστρέφεις το βλέμμα,όταν ο άλλος νοσεί από Αλτσχάιμερ"

«Υγιείας νόσος γαρ γείτων ομότοιχος.

Η υγεία με τη νόσο είναι γείτονες σε μεσοτοιχία.»

Αισχύλος, Αρχαίος τραγικός ποιητής (525-456 π.Χ.)

Θεσσαλονίκη Πλατεία Αριστοτέλους, 17:30, 16 Σεπτεμβρίου 2024.

Ένα ελαφρό αεράκι μετέφερε την δροσερή αύρα του Θερμαϊκού κόλπου στην συμπρωτεύουσα, ανακουφίζοντας τους κατοίκους από την ανυπόφορη ζέστη που δεν αποφάσιζε να αναχωρήσει, παρότι ημερολογιακά το καλοκαίρι είχε τελειώσει.

Η εικοσιτετράχρονη ψηλή μελαχρινή Αικατερίνη είχε μόλις σχολάσει από το βιβλιοπωλείο της πλατείας Αριστοτέλους όπου δούλευε και έπινε τις τελευταίες γουλιές απο το σκέτο φρέντο εσπρέσσο της.

Κάτω από τον καταγάλανο ουρανό, ενα ετερόκλητο πλήθος κόσμου διέρχονταν την πολυσύχναστη πλατεία, μια που τα εμπορικά μαγαζιά ήταν ανοιχτά.

Μητέρες με τα ανήλικα τέκνα τους κατηφόριζαν την πλατεία, με τα παιδιά τους να τις κατευθύνουν προς τα ψητοπωλεία, τα ζαχαροπλαστεία, τα καταστήματα παιχνιδιών ή τα βιβλιοπωλεία που βρίσκονταν εκατέρωθεν της πολύβουης πλατείας.

Παρέες χαρωπών νεαρών κατευθύνονταν προς τα παραλιακά καφέ, έχοντας μονίμως στα χέρια τους, τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα τους.

Ανάμεσα τους, τα μεγαλόσωμα αδέσποτα σκυλιά, οι μόνιμοι κάτοικοι της πλατείας, λιάζονταν πάνω στα μαρμάρινα πλακάκια της ηλιόλουστης πλατείας.

Η μελαχρινή κοπέλα με το ροζ κοντομάνικο μπλουζάκι, το μαύρο κολάν και τα μαύρα αθλητικά παπούτσια, άφησε το πλαστικό ποτήρι καφέ της στον παραγεμισμένο κάδο σκουπιδιών. Κοίταξε το φθηνό χρυσαφί ηλεκτρονικό ρολόι της και υπολόγισε πως σε μια ώρα περίπου θα έφτανε στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα της, στην Καλαμαριά.

Η Κατερίνα είχε τελειώσει ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, είχε κάνει το μεταπτυχιακό της και τώρα ήθελε να κάνει και το διδακτορικό της. Την ενδιέφερε ενα συγκεκριμένο διδακτορικό αλλά η υπεύθυνη καθηγήτρια ήταν πολύ αυστηρή. Είχε ακούσει ιστορίες για αρκετούς συμφοιτητές της, που είχαν ξεκινήσει μαζί της το διδακτορικό τους, αλλά μετά από λίγο καιρό τα παράτησαν.

Βέβαια η κοπέλα κατάγονταν από μια αγροτική οικογένεια της Λαμίας και είχε μάθει να δουλεύει από μικρή ηλικία κάτω από αντίξοες συνθήκες. Άρα θεωρούσε πως θα τα κατάφερνε. Βέβαια θα έπρεπε να περάσει με επιτυχία από την αυριανή συνέντευξη με την καθηγήτρια.

Περπατώντας έφτασε στο ύψος της οδού Εγνατίας και έστριψε αριστερά προς την στάση του αστικού λεωφορείου που θα την μετέφερε στην οικία της.

Η στάση ήταν γεμάτη από νεαρούς φοιτητές και φοιτήτριες που είχαν τελειώσει τα μαθήματα τους και ανέμεναν με αδημονία το αστικό που θα τους μετέφερε πίσω στις οικίες τους.

Απέναντι της, βρίσκονταν η δενδροφυτευμένη πλατεία της αρχαίας αγοράς.

Μια όαση πρασίνου μέσα στο μπετόν.

Διάφοροι μουσικοί του δρόμου, κάτω από την σκιά των καταπράσινων θεόρατων δένδρων γέμιζαν την πλατεία με μελωδικούς ηχους, χρησιμοποιώντας κιθάρες και μπουζούκια.

Το μποτιλιάρισμα από τα επιβατικά αυτοκίνητα και τις μηχανές μεγάλου κυβισμού ήταν αποπνικτικό καθώς οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς κατέβαιναν τώρα στο κέντρο της πόλης για τις δουλειές τους ή για ένα απογευματινό καφέ.

Το αποτέλεσμα ήταν και οι έξι λωρίδες ασφάλτου της Εγνατίας οδού να κινούνται με ρυθμό σαλιγκαριού.

Το βλέμμα της τράβηξε η προπορευόμενη λευκή Μερσεντές που ήταν καθηλωμένη στο κατακόκκινο φανάρι.

Ο αναψοκοκκινισμενος φαλακρός οδηγός της, κοίταζε ανά ένα δευτερόλεπτο το ακριβό χρυσό ρολεξ ρολόι του.

Ενώ το εφτάχρονο καστανό αγόρι που ήταν ασφαλισμένο στο παιδικό κάθισμα του πίσω καθίσματος κοιτούσε τα διπλανά οχήματα και τους διαβάτες, χαμογελώντας με παιδική αθωότητα.

Στα χέρια του έπαιζε με την κόκκινη νταλίκα του, που μετατρέπονταν σε ρομπότ.

Η κοπέλα αναρωτήθηκε ποιος απολάμβανε πραγματικά την ζωή του, ο οδηγός ή το μικρό παιδί.

Πλησίαζε την διαγραμμισμένη διάβαση πεζών, όταν εντόπισε ένα παράξενο θέαμα.

Μια ασπρομάλλα ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη με με ένα μωβ καλοκαιρινό λουλουδένιο φόρεμα και λευκές πλαστικές παντόφλες μιλούσε μόνη της.

Το βλέμμα της γυναίκας ήταν χαμένο στο κενό. Ολόγυρα της περνούσαν άνθρωποι όλων των κοινωνικών στρωμάτων αλλά αδιαφορούσαν για την κατάσταση της.

Είχαν τις δικές τους σκοτούρες. Δεν είχαν χρόνο να βοηθήσουν τον συνάνθρωπο τους.

Η Κατερίνα σκέφτηκε να κάνει και αυτή πως δεν είδε την ηλικιωμένη και να πάει στο σπίτι της.

Ήθελε να ξεκουραστεί για να είναι έτοιμη για την αυριανή συνέντευξη. Όμως η μητέρα και ο πατέρας της, την είχαν μάθει να βοηθάει όποιον έχει ανάγκη.

Επίσης, η κυρία της θυμίζε την γιαγιά της, που εδώ και δύο χρόνια πάλευε με την άνοια.

Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που είχε φύγει από το σπίτι τους χωρίς να την πάρει χαμπάρι κανείς. Ευτυχώς πάντα την εντόπιζαν πάνω από τον τάφο του παππού στο νεκροταφείο του χωριού.

«Καλησπέρα σας, χρειάζεστε βοήθεια;» ρώτησε η Αικατερίνη με έκδηλο ενδιαφέρον.

Η ηλικιωμένη κοίταξε την νεαρή κοπέλα αλλά δεν της απάντησε.

Το πρόσωπο της ήταν τελείως ανέκφραστο.

Η Κατερίνα εντόπισε μια λευκή πλαστικοποιημένη καρτούλα στην δεξιά εξωτερική τσέπη του φορέματος της κυρίας.

Την αφαίρεσε με προσοχή.

Η κάρτα έγραφε με μαύρα γράμματα, «Λέγομαι Κοντού Ασπασία και το τηλέφωνο της κόρης μου είναι ********** .

Αν με βρείτε ενημερώστε την άμεσα».

Πληκτρολόγησε τον αριθμό στο κινητό της τηλέφωνο και μετά από δυο χτύπους, της απάντησε μια ταραγμένη γυναικεία φωνή.

«Καλησπέρα σας, ονομάζομαι Κατερίνα, βρήκα μια ηλικιωμένη κυρία, η οποία φαίνεται να μην ξέρει που είναι.

Πάνω της είχε μια κάρτα με το τηλέφωνο σας.

Βρισκόμαστε στο πάνω μέρος της πλατείας Αριστοτέλους», είπε η Αικατερίνη με μια ανάσα.

«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Την ψάχνω εδώ και μια ώρα. Μείνετε εκεί που είστε.

Έρχομαι αμέσως», απάντησε η γυναικεία φωνή, εμφανώς ανακουφισμένη που είχε βρεθεί σώα η μητέρα της.

Θεσσαλονίκη Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, 21:00, 21 Σεπτεμβρίου 2024.

Οι φοιτήτριες και οι φοιτητές αναχωρούσαν από το ευρύχωρο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τα γέλια και οι φωνές από τα μεταξύ τους πειράγματα, αντηχούσαν στους διαδρόμους του κτιρίου καθώς τα αστέρια έκαναν την εμφάνιση τους στον νυχτερινό ουρανό πάνω από την συμπρωτεύουσα.

Μέσα σε δέκα λεπτά στο αμφιθέατρο είχαν απομείνει η μετρίου αναστήματος κοκκινομάλλα πενηντάχρονη καθηγήτρια και η Αικατερίνη.

Η πενηντάχρονη καθηγήτρια πλησίασε την φοιτήτρια που κάθονταν στην πρώτη σειρά.

«Εχεις κανονίσει τίποτα για σήμερα, Κατερίνα;» ρώτησε η Κοντού Φρειδερίκη με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο να καλύπτει το κουρασμένο πρόσωπο της.

«Οχι, κυρία καθηγήτρια», απάντησε καθώς έβαζε το τετράδιο με τις σημειώσεις της, στο ροζ σακίδιο πλάτης της.

«Ωραία, σήμερα είναι τα γενέθλια της μητέρας μου. Κλείνει τα ογδόντα έτη. Έχω κλείσει τραπέζι για τέσσερις σε ένα εστιατόριο στην Περαία. Θα έρθεις;»

«Εννοείται.

Απλώς δεν της έχω πάρει δώρο.»

«Το καλύτερο δώρο είναι, το ότι έρχεσαι συχνά στο σπίτι και της κάνεις παρέα. Θα περάσω να σε πάρω σε καμία ώρα. Εντάξει;»

Η Κατερίνα κοίταξε με εκτίμηση την γυναίκα που στέκονταν μπροστά της.

Εκτός από τα καθήκοντα της εργασίας της και την φροντίδα της υπερήλικης μητέρας της, είχε να αναθρέψει και την δεκάχρονη κόρη της, καθώς ο άντρας της είχε συγχωρεθεί πριν από δύο χρόνια. Ήταν παράδειγμα προς μίμηση.

«Ναι, θα είναι χαρά μου», απάντησε με ειλικρίνεια η Αικατερίνη.

Η χαμογελαστή καθηγήτρια γύρισε προς το υπερυψωμένο έδρανο της και άρχισε να μαζεύει τα βιβλία και τον φορητό υπολογιστή της.

Καθώς η Κατερίνα περπατούσε στους ερήμους διαδρόμους του Πανεπιστημίου, σκέφτονταν πως τα φέρνει πολλές φορές η ζωή.

Η ηλικιωμένη που βοήθησε στην πλατεία Αριστοτέλους ήταν η μητέρα της καθηγήτριας του διδακτορικού της.

Ούτε σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας να ήταν. Τελικά η γιαγιά της είχε δίκιο όταν έλεγε «κάνε το καλό και στο τέλος θα ανταμειφθείς ».

Γεώργιος Παλαιστής 🌹


Comments


bottom of page