top of page

"Μετά το Μηδέν μόνο άνοδος"

Μετά το μηδέν, μόνο άνοδος


«Το μόνο που σου προσφέρουν τα ναρκωτικά είναι να σε σκοτώνουν, αργά και βασανιστικά. Και σκοτώνουν μαζί και όλους όσοι είναι γύρω σου.»

Μπίλι Χόλιντεϊ, Αμερικανίδα τραγουδίστρια της τζαζ (1915-1959)


Θεσσαλονίκη πλατεία ιπποδρομίου, 23:30 27 Οκτωβρίου 2024


Είχε αρχίσει το ψιλόβροχο, στην συμπρωτεύουσα με τα πυκνά μαύρα σύννεφα, να καλύπτουν το κέντρο της πόλης. Οι λιγοστοι διαβάτες, αυτό το κυριακάτικο βράδυ, τάχυναν τον βηματισμό τους, για να βρουν καταφύγιο, από την επερχόμενη καταιγίδα. Η Χριστίνα κάθονταν στο χαμηλό τοιχίο, που περιτριγύριζε τον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ιπποδρομίου, κοντά στην διασταύρωση των οδών Μανουσογιαννάκη και πλατείας Ιπποδρομίου. Ο σταυροειδής ναός, με τον τρούλο του και τα δύο κωδωνοστάσια του, ντυμένος στα χρώματα του λευκού, ήταν ένα από τα αξιοθέατα της Θεσσαλονίκης.

Η μελαχρινή κοπέλα ήταν χαμένη στις σκέψεις της, καθώς τα γαλανά μάτια της, ήταν εστιασμένα στα γκράφιτι, που κοσμούσαν την περίφραξη του 40ου Δημοτικού σχολείου. Ένα από τα γκράφιτι μνημόνευε την 26η Ιουνίου, την παγκόσμια ημέρα κατά των ναρκωτικών. Αναπαριστούσε μια λευκή ιατρική σύριγγα, που από πάνω της, υπήρχε ένα μεγάλο ερυθρό Χ και ένα λακωνικό μήνυμα γραμμένο με κόκκινη μπογιά, «ΌΧΙ ΣΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ». Πάνω από την νεαρή, το ελαφρύ αεράκι, κουνούσε τα φυλλώματα των καταπράσινων κυπαρίσσιων, που υψώνονταν ολόγυρα, εντός του αύλειου χώρου της εκκλησίας .

Η νέα κοπέλα όμως δεν είχε να ανησυχεί μόνο για την βροχή αλλά και για το κρύο, που όσο περνούσε η ώρα, θα γίνονταν όλο και πιο διαπεραστικό.

Το ροζ μακρυμάνικο φούτερ της, το σχισμένο μαύρο τζην της και τα τρυπημένα κόκκινα αθλητικά παπούτσια της, δεν θα μπορούσαν να την κρατήσουν ζέστη για πολύ ώρα. Για μια ακόμα νύχτα, θα έπρεπε να βρει καταφύγιο, σε κάποιο εγκαταλειμμένο σπίτι, παρέα με τις κατσαρίδες και τα ποντίκια.

Ποιος θα το φαντάζονταν, πως όταν πριν από δύο χρόνια, πέρασε πρώτη στην σχολή ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, θα κατέληγε μια ακόμα ναρκομανής.

Και όμως είχε φύγει από το σμαραγδένιο νησί της Ρόδου, με τόσες ελπίδες και όνειρα.

Στην αρχή όλα πήγαιναν τέλεια.

Τα πήγαινε άψογα στις σπουδές της και ήταν αγαπητή στους συμφοιτητές και στους καθηγητές της.

Μετά όμως χτύπησε την πλάτη της, στον στίβο.

Για την θεραπεία της, χρειάστηκε να πάρει βραχυπρόθεσμα, κάποια οπιοειδή φάρμακα.

Δυστυχώς όμως, εθίστηκε στην φαρμακευτική της αγωγή και μέσα σε ένα χρόνο πέρασε στα σκληρά ναρκωτικά, την ηρωίνη.

Τώρα η απουσία του ναρκωτικού της, ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα της και οχι το κρύο και η βροχή.

Είχαν περάσει τρεις ημέρες, από τότε που η τελευταία ένεση της ηρωίνης, την είχε στείλει στον κόσμο της φαντασίας της, μακριά από την σκληρή πραγματικότητα.

Πριν από πέντε ημέρες, την είχαν κάνει έξωση από το διαμέρισμα της, πάνω από την Καμάρα, καθώς τα λεφτά για το ενοίκιο, τα είχε ξοδέψει στα ναρκωτικά.

Την σχολή ιατρικής την είχε παρατήσει, αφού είχε να πατήσει το πόδι της στην σχολή πάνω από έξι μήνες.

Είχε να επικοινωνήσει με την μητέρα και τον πατέρα της πάνω από ένα μήνα, ενώ αυτοί της έστελναν χρήματα, για τις σπουδές της, δουλεύοντας στα ξενοδοχεία της Ρόδου, με το συνεργείο καθαρισμού τους. Το μόνο όμως που περνούσε πλέον από το θολωμένο μυαλό της σκελετωμένης κοπέλας ήταν το πώς θα εξασφαλίσει την επόμενη δόση της. Είχε φτάσει στο τέλμα της υπαρξής της, στο σημείο μηδέν.

Ξαφνικά η χαρούμενη φωνή ενός μικρού αγοριού έβγαλε την Χριστίνα από τις σκοτεινές σκέψεις της.

Είδε ένα μεσόκοπο καστανό άντρα, με ένα ακριβό μπλε κουστούμι να περπατάει, κρατώντας στο χέρι του, ένα δεκάχρονο καστανό αγοράκι, το οποίο ήταν ντυμένο με ένα παρόμοιο κουστούμι σε μικρογραφία.

Τα μαύρα σκαρπίνια που φορούσαν και οι δύο, έκαναν ένα χαρακτηριστικό ήχο πάνω στις βρεγμένες τσιμεντένιες πλάκες.

«Πέρασες καλά στα γενέθλια της Μαρίας, Χαράλαμπε;»

«Ναι, μπαμπά. Θα ήθελα όμως ένα γλυκό. Γίνεται;»

Ο Δημοσθένης κοίταξε σκεφτικός τον γιο του, ενώ καυτός ιδρώτας κάλυπτε το μέτωπο του. «Ξέρεις, η μητέρα σου, είπε να περιορίσουμε τα γλυκά…χμ…»

«Καλά μπαμπά…»

Ο πενηντάχρονος άντρας αγκάλιασε τον γιο του, και χάιδεψε τρυφερά τα πυκνά μαλλιά του.

«Λοιπόν, τι λες να σε κεράσω μια κρέπα από την Στέλλα. Θα είναι το μυστικό μας.»

«Ναι», φώναξε ο Χαράλαμπος και ξεκίνησε τρέχοντας για την αγαπημένη του creperie

Ο πατέρας του, προσπάθησε να τον ακολουθήσει αλλά έξαφνα σταμάτησε και έπιασε το στήθος του. Φαίνονταν πως πονούσε έντονα.

Ο γιος του, γύρισε και είδε τον πατέρα του, να καταρρέει στο πεζοδρόμιο.

Για μερικά δευτερόλεπτα, η Χριστίνα κοίταζε το περιστατικό, με παγωμένη απάθεια.

Καθώς όμως είδε το αγοράκι κλαίγοντας, να προσπαθεί να ζωντανεψει τον πατέρα του, κάτι ξύπνησε μέσα της. Χωρίς να το καταλάβει σηκώθηκε όρθια και πλησίασε τον πεσμένο άντρα. Χρησιμοποιώντας το κινητό της, ενημέρωσε γρήγορα το ΕΚΑΒ για να έρθει το πλησιέστερο ασθενοφόρο. Γονάτισε δίπλα του και έλεγξε τον σφυγμό του. Δεν εντόπισε σφυγμό και ξεκίνησε να του κάνει καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. Με τους αγκώνες της σε ευθεία και κάθετα στο στέρνο του Αλέκου, πλησίασε τους ώμους της έτσι ώστε να βρεθούν πάνω από το κέντρο του θώρακα του και άρχισε να πιέζει το στέρνο του τέσσερα με πέντε εκατοστά βάθος. Θυμόνταν από την εκπαίδευση της πως η προτεινόμενη συχνότητα θωρακικών συμπιέσεων θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον εκατό. Τα χέρια της είχαν αρχίσει να κουράζονται αλλά δεν σταματούσε την κάρπα, η ζωή ενός ανθρώπου κρέμονταν από τις ενέργειες της. Μετά από αρκετές συμπιέσεις, έλεγξε τον σφυγμό του και τον εντόπισε, αδύναμο αλλά υπαρκτό.

Ένας δικυκλιστής του ΕΚΑΒ έφτασε μέσα σε λίγα λεπτά και σταθεροποίησε τον λιπόθυμο άντρα. Από το ασθενοφόρο που κατέφτασε, δύο τραυματιοφορείς έκαναν την εμφάνιση τους, κουβαλώντας ένα φορείο. Η Χριστίνα ενημέρωσε την γιατρό του ασθενοφόρου για το περιστατικό και από το κινητό του Χαράλαμπου, μετέφερε τα άσχημα νέα στην μητέρα του. Η κοπέλα και το αγόρι, παρακολουθούσαν το ασθενοφόρο να απομακρύνεται, με τα παλλόμενα μπλε φώτα του και την σειρήνα του στην διαπασών.


Θεσσαλονίκη διασταύρωση Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας, 11:40 27 Οκτωβρίου 2025


Η καταρρακτώδης βροχή που είχε ξεκινήσει, δεν έλεγε να σταματήσει, καθώς μαύρα σύννεφα είχαν καλύψει τον ουρανό της συμπρωτεύουσας. Παρά την δυνατή όμως βροχή, η παρέλαση γίνονταν κανονικά επί της οδού Τσιμισκή. Νέοι και Νέες της Θεσσαλονίκης, παρελαύνουν αγέρωχα πάρα την αδιάκοπη βροχή, κουβαλώντας την γαλανόλευκη. Στο μικρό μπαλκόνι του τρίτου ορόφου, ο Δημοσθένης και ο Χαράλαμπος, με δύο μικρές πλαστικές ελληνικές σημαίες στα χέρια τους, παρακολουθούσαν την παρέλαση.

Η κοπέλα με την λευκή μακρυμάνικη μπλούζα, την μαύρη φούστα και το ασορτί κολάν, τους κοιτούσε με θαυμασμό, καθώς τακτοποιούσε τους φακέλους των ασθενών του ιατρείου, στο ψηλό μεταλλικό φοριαμό.

Μια καστανή γυναίκα, ντυμένη με μια λευκή ιατρική ρόμπα πάνω από ένα μπεζ ολόσωμο φόρεμα, βγήκε από το διπλανό ιατρείο και πλησίασε την Χριστίνα. Παρότι φορούσε ψηλοτάκουνες γόβες, το βάδισμα της, ήταν αθόρυβο.

«Τι κάνουν οι δύο άντρες μου Χριστίνα;» ρώτησε η γιατρός.

«Απολαμβάνουν το θέαμα Δέσποινα», απάντησε η Χριστίνα.«Α…μην το ξεχάσω πήρε τηλέφωνο ο κύριος Παναγιωτίδης για το ραντεβού των δώδεκα. Θα αργήσει λίγο.»

«Εντάξει, αρκεί να έρθει πριν τις μια το μεσημέρι. Έχω κάνει κράτηση στην ταβέρνα για τις δύο το μεσημέρι. Εννοείται πως θα έρθεις. Δεν δέχομαι όχι.» Η ψηλή γυναίκα κοίταξε το ημερολόγιο στον απέναντι τοίχο, του μήνα Οκτωβρίου, που αναπαριστούσε μια τρίχρωμη γάτα, να κυνηγάει την ουρά της. «Πέρασε ήδη ένας χρόνος, πως νιώθεις Χριστίνα;»

«Καλά, φανταζομαι. Πως περνάει ο χρόνος, σαν ένα ασυγκράτητο αφρισμένο ποτάμι που, τα παρασέρνει όλα, με την ορμή του», απάντησε η Χριστίνα, καθώς σκέφτονταν το τι πέρασε, τους προηγούμενους μήνες.

«Ο εφιάλτης πέρασε Χριστίνα», είπε η Δέσποινα με ειλικρίνεια. «Έδειξες γενναιότητα και κατάφερες να ξεφύγεις από την άβυσσο των ναρκωτικών.»

«Υπήρξαν πολλές φορές που ήθελα να τα παρατήσω», απάντησε η Χριστίνα, με δάκρυα να σχηματίζονται στα γαλανά της μάτια. «Πόσες φορές έτρεμα και λαχταρούσα μια τελευταία δόση. Έλεγα πως θα ήταν για μια φορά ακόμα μόνο. Ειδικά οι τελευταίοι τρείς μήνες, στην κλινική αποτοξίνωσης, στην Πεντέλη ήταν οι δυσκολότεροι. Αλλά πάντα ήσασταν δίπλα μου, να μου δίνετε δύναμη και κουράγιο. Ποτέ δεν με εγκαταλειψατε. Ποτέ δεν κατακρίνατε τις λάθος επιλογές μου.»

«Πως θα μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό», είπε η Δεσποινα αγκαλιάζοντας την Χριστίνα. «Έσωσες την ζωή του Δημοσθένη, με την καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση που του εκανες. Είσαι πλέον ένα μέλος της οικογένειας μας. Μην σκέφτεσαι το παρελθόν, σκέψου το παρόν και το μέλλον σου. Έχεις να τελειώσεις την σχολή σου και μετά θα μπορέσεις να ασκήσεις την ιατρική. Αν και από την επιτυχημένη καρπα που έκανες στον Δημοσθένη, θεωρώ πως θα εχεις μια επιτυχημένη καριέρα στον τομέα της ιατρικής. Επισης μην ξεχνάς, πως απο τότε που ανέλαβες, σαν γραμματέας το ιατρείο μου, όλα δουλεύουν άψογα. Επιπρόσθετα πηγαίνεις στις συγκεντρώσεις των Ναρκομανών Ανώνυμων και μοιράζεσαι με άλλους τοξικομανείς, όσα πέρασες στον ερεβώδη κόσμο των ναρκωτικών και τι χρειάστηκες να κάνεις για να αποδράσεις. Έτσι τους δίνεις μια αχτίδα ελπίδας, πως μπορούν και αυτοί να τα καταφέρουν. Η θεραπευτική αξία των εμπειριών, ενός πρώην ναρκομανή, που βοηθάει έναν άλλο ναρκομανή που θέλει να ξεφύγει, είναι αξεπέραστη. Ο υπεύθυνος των Ναρκομανών Ανώνυμων Θεσσαλονίκης ο κύριος Παπαγιάννης, με ενημέρωσε πως έγινες σπόνσορας-χορηγός ενός νεότερου μέλους. »

«Ναι μια χήρα, η Αθανασία, από την Πυλαία. Έχασε πριν από περίπου εννιά μήνες, τον σύζυγό της, σε εργατικό ατύχημα στην οικοδομή. Λόγω της θλίψης της, έψαχνε απεγνωσμένα κάποια βοήθεια και ένας φίλος της, της έδωσε ναρκωτικά. Ευτυχώς, για την χάρη των δύο ανήλικων κοριτσιών της, κατάφερε να βρει το κουράγιο να ζητήσει βοήθεια. Εισήλθε στο πρόγραμμα απεξάρτησης εδώ και τρεις εβδομάδες. Μιλάω μαζί της, για τις εμπειρίες μου και την βοηθάω να διανύσει επιτυχημένα, τα δώδεκα βήματα της ανάρρωσης», αποκρίθηκε η Χριστίνα, καθώς έβλεπε τις χοντρές στάλες βροχής που έπεφταν πάνω στα μεγάλα παράθυρα. «Βασικά προσπαθώ να πραγματοποιήσω τον σκοπό των Ναρκομανών Ανώνυμων. Το ότι ένας ναρκομανής, ο οποιοσδήποτε ναρκομανής, μπορεί να σταματήσει να κάνει χρήση, να χάσει την επιθυμία για χρήση, και να βρει έναν καινούργιο τρόπο ζωής. Βέβαια τώρα που η Αθανασία βασίζεται σε εμένα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, συνειδητοποιώ την βοήθεια που μου προσφέρατε. Γνώρισα και τις δύο κόρες της, την Αριάδνη και την Πηνελόπη. Ελπίζω να φανώ αντάξια, της εμπιστοσύνης, που δείχνει στο πρόσωπο μου.»

«Θα είσαι, μην υποβιβάζεις τις δυνατότητες σου», απάντησε η Δέσποινα, με σιγουριά.

Η Χριστίνα θυμήθηκε, ένα δροσερό πρωινό, στην αμμουδερή παραλία, στο Φαληράκι της Ρόδου. Μαζί με την μητέρα της, ατένιζαν την καταγάλανη θάλασσα του Αιγαίου. Της είχε πει «όταν φτάσεις στον πάτο, το μόνο μέρος που μπορείς να πας είναι πάνω».

«Τι λένε τα κορίτσια;» ρώτησε ο Δημοσθένης, που εισήλθε από το μπαλκόνι μαζί με τον Χαράλαμπο.

«Κανονίζουμε για το που θα πάμε για μεσημεριανό, αντρούλη μου», πετάχτηκε η Δέσποινα.

«Ωραία, έχω αρχίσει ήδη να πεινάω σαν λύκος», αποκρίθηκε ο Δημοσθένης, τινάζοντας μερικές στάλες βροχής, που είχαν πέσει πάνω στο γαλάζιο κουστούμι του.

«Δεν το νομίζω κύριε οδοντίατρε. Μετά την καρδιακή προσβολή που είχες, η διατροφολόγος συνέστησε μεσογειακή διατροφή. Θα αρκεστείς σε άπαχο κοτόπουλο, λαχανικά στον ατμό και λόγω της ημέρας, ένα μικρό ποτήρι κόκκινο κρασί. Εντάξει αγάπη μου.»

«Γλυκό θα έχει μαμά;» ρώτησε ο Χαράλαμπος, καθώς έτρωγε δύο κουραμπιέδες, με άχνη ζάχαρη να έχει πέσει πάνω στο λευκό πουκάμισο και το μαύρο παντελόνι του.

Η Δέσποινα, ο Δημοσθένης και η Χριστίνα κοίταξαν ο ένας τον άλλο και ξέσπασαν ταυτόχρονα σε γέλια, με τον Χαράλαμπο να τους κοιτάει με την απορία ζωγραφισμένη στο παιδικό πρόσωπο του, ενώ συνέχιζε να μασουλάει τους κουραμπιέδες.


Γεώργιος Παλαιστής 🌹

Comments


bottom of page