top of page

Μαύρα μονοπάτια

 

Θυμάμαι το χρώμα των μαλλιών της όμως η μορφή της είναι ξέθωρη, την ανακαλώ μόνο από τις φωτογραφίες. Ήταν όμορφη, απλησίαστη σαν όνειρο. Χοροπηδώντας στα σκαλιά, ανέβαινα στον επάνω όροφο, στο σπίτι της κι έμπαινα στο μικρό της κουζινάκι. Άνοιγα την πόρτα χωρίς να ρωτήσω. Εκείνη μάζευε το νοικοκυριό. Δήθεν. Μπροστά στο μπρίκι, μαγείρευε κάτι σε ένα κουτάλι, το έβαζε σε μια ένεση και μετά καθόταν στην άκρη του τραπεζιού. Πάνω του, ένα λάστιχο, λίγο βαμβάκι κι ένα φλιτζάνι διακοσμητικό, έγραφε «Αν αγαπάς κάτι άστο ελεύθερο, αν γυρίσει είναι δικό σου, αν όχι δεν το είχες ποτέ*», χαιρόμουν που μπορούσα να το διαβάσω μόνη μου όμως δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί να αφήσω κάτι που αγαπώ, κι αν δεν γυρνούσε; Ο νους μου πήγαινε στα πουλιά. Κανένα δεν γύρισε ποτέ κι αν γυρνούσε δεν μπορούσα να ξέρω αν είναι το ίδιο.  Ύστερα η Γιοχάνα έμπηγε τη βελόνα ακριβώς στην άκρη των μαύρων μονοπατιών που ήταν χαραγμένα στα χέρια της. Στις φλέβες της, «για να μην πονάω» έλεγε και να μην το πω σε κανέναν. Κι εγώ δεν ήθελα να με βλέπουν να στεναχωριέμαι. Κλεινόμουν μόνη στο δωμάτιό μου και μετά με έπαιρνε ο ύπνος. Κάπως μοιάζαμε. Ύστερα ξάπλωνε κι αυτή στο μονό κρεβάτι που ήταν πάντα στρωμένο με μια πικεδένια κουβέρτα της γιαγιάς και μοσχοβολούσε καθαριότητα - όταν καθόμουν εγώ εκεί, άφηνε σημάδι στο πόδι μου τα μικρά της τετραγωνάκια- και ταξίδευε. Δεν ξέρω αν κοιμόταν όπως εγώ, πάντως δεν την ένοιαζε αν θα φύγω, αν θα μείνω. Αν θα την ακολουθήσω.

 

*Η διάσημη φράση ανήκει στον Kahlil ή Khalil Gibran (1883-1931), ποιητή, στοχαστή και ζωγράφο.



Ρούλα Συγγούνα 💯

Comments


bottom of page