top of page

Κόκκινο φόρεμα

Το ποδήλατο του περίμενε στην αυλή.

Κατέβηκε σιγά σιγά τις σκάλες. Χαιρέτησε την γειτόνισσα.

Η οποία τον καλημέρισε ψυχρά. Κράνος και έφυγε για την γυμναστική του.

Ο ουρανός καταγάλανος ήταν ευκαιρία για περισσότερα χιλιόμετρα.

Τα πάντα άνθισαν γρήγορα.

Σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα για λίγο.

Παρατηρούσε το κόκκινο φόρεμα. Δίπλα υπήρχε ένα ζευγάρι γόβες.

Η πληρωμή του άργησε.

Υπομονή έκανε.

Δούλευε σε συνεργείο.

Σήμερα είχε ρεπό.

Κάθε Σάββατο και Κυριακή βρισκόταν σπίτι με την οικογένεια.

Μετά τη σύντομη στάση

συνέχισε τη διαδρομή.

Το μεσημέρι κατέβηκε ήρεμα τον μεγάλο κατήφορο.

Συνάντησε μια γνωστή.

Είπαν δυο λόγια και ο καθένας πήρε διαφορετική κατεύθυνση.

Τυπικός διάλογος που έληξε από την βιασύνη της κυρίας.

Την σκεφτόταν.

Ήθελε τόσο πολύ…

Να της έλεγε την αλήθεια.

Έπρεπε κάποιος να της έλεγε για τον μπαμπά της.

Δεν γνώριζε.

Έφτασε σπίτι του.

Η γυναίκα με την κόρη του τον περίμεναν για φαγητό.

Τις άκουγε.

Ανακάτευε με το κουτάλι τη σούπα. Μέχρι που βρόντηξε το χέρι στο τραπέζι.

Η μικρή κοίταξε την μαμά κατάματα. Η οποία έσκυψε το κεφάλι της . Έτριψε τον αυχένα της.

Εκεί έκρυβε μια μελανιά.

Συνέχισαν βουβά το μεσημεριανό.

Η γυναίκα μάζεψε το τραπέζι.

Της έπεσε κάτω το πλαστικό κίτρινο ποτήρι της μικρής.

Ο ήχος μαγνήτισε το βλέμμα του.

Το ύφος του έγινε τσουχτερό. Άπλωσε τα πόδια στο τραπέζι του σαλονιού.

Μπήκε στο διαδικτυακό κατάστημα γυναικείων ρούχων και χάζευε.

Η μικρή έπαιζε με τα παιχνίδια της. Ήταν ξυπόλυτη.

Η μητέρα της επέμενε να βάλει κάλτσες.

Αλλά δεν φόρεσε.

Έτσι μετά από λίγη ώρα έφερε ένα ζευγάρι.

Η κατάξανθη μικρή της πέταξε στο πρόσωπο της.

Τελικά κάθισε μαζί της κάτω στο χαλί. Χωρίς να ξανά πει το ίδιο.

Η μικρή της φόρεσε και την αγκάλιασε.

Το επόμενο Σάββατο.

Το ποδήλατο του βρισκόταν έξω από το μαγαζί με τα γυναικεία ρούχα. Αγόρασε το κόκκινο φόρεμα και τις γόβες.

Η πωλήτρια χαμογελαστή του έκοψε απόδειξη.

Σκέφτηκε έναν τέτοιο άντρα θέλει. Να της κάνει δώρο ακριβά φορέματα.

Όταν έφτασε σπίτι έκρυψε την σακούλα στην αποθήκη.

Ανέβηκε πάνω για φαγητό.

Αφού τελείωσε, κατέβηκε με τον ολόσωμο καθρέφτη κάτω.

Με τη δικαιολογία ότι θα τον έβαφε.

Ήταν καταϊδρωμένος.

Κλείδωσε πίσω του την μαύρη σιδερένια πόρτα.

Το μέρος ήταν σκονισμένο.

Έκαιγε ολόκληρος.

Άνοιξε τη σακούλα και πρόβαρε πάνω του το ρούχο.

Όταν το φόρεσε ένιωσε ο εαυτός του.

Το πρόσωπο του γέμισε χαρά . Γαλήνεψε η έκφραση του.

Μόλις φόρεσε τις γόβες πόζαρε και βγήκε φωτογραφίες στον καθρέφτη. Παρατηρούσε πόσο του πήγαινε το κόκκινο.

Μέχρι που το χτύπημα της πόρτας έσπασε την ευτυχία του . <<Μπαμπά θέλεις να φας γλυκό;>>

Έσφιξε τη γροθιά του.

Μα το βλέμμα του έπεσε στον καθρέφτη πάλι .

Χάιδευε το ύφασμα.

Την μαλακή υφή. Έριξε άρωμα πάνω του . Ταξίδεψε στη γυναικεία πλευρά του βαθύτερα.

Άνοιξε την ντουλάπα και πέρασε τα χέρια του ανάμεσα σε όλα τα ρούχα του . Ήταν η συλλογή του. Πότε θα αξιωνόταν, να τα φόραγε έξω ; Δεν ήθελε να πικραθεί ο πατέρας του. Ήταν άρρωστος. Πόσος χρόνος του έμεινε; Ούτε έξι μήνες. Έκανε πίσω για να τον αφήσει να πεθάνει ήσυχος. Αφού η επάρατη νόσος τον επισκέφτηκε.




Μαρίνα Παπαδοπούλου 🪽 🌹 🌹

Comments


bottom of page