Η Ζωή και η νόσος του Χάντινγκτον
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ

- 12 hours ago
- 4 min read

«Υγεία και νους εσθλά τω βίω δύο.
Υγεία και μυαλό είναι δυο πολύτιμα πράγματα στη ζωή.»
Μένανδρος, Αρχαίος Έλληνας ποιητής (4ος αιών π.Χ.)
Αθήνα Κυψέλη, 28 Φεβρουαρίου 2025, 15:00
Ο πενηντάχρονος μελαχρινός άντρας, βρίσκονταν στην κουζίνα του μικρού διαμερίσματος, στην διασταύρωση των οδών Φωκίωνος Νέγρη με Ιωάννου Δροσοπούλου και ετοίμαζε ένα πράσινο τσάι για την σαράντα τετράχρονη σύζυγο του. Από το παράθυρο, ο Μανώλης παρακολουθούσε την συνεχή κίνηση πεζών και οχημάτων από κάτω του. Τα φρεναρίσματα και τα κορναρίσματα ήταν ένα συνεχές κονσέρτο, ένα από τα ενοχλητικά χαρακτηριστικά της μεγαλούπολης των Αθηνών.
Νεαροί και νεαρές έχοντας στα χέρια τους σάντουιτς από τα κοντινά ψητοπωλεία και φούρνους, κινούνταν αστειευόμενοι μεταξύ τους χωρίς καμία έγνοια στο νου τους. Ενώ άλλοι διαβάτες που είχαν σχολάσει από τις εργασίες τους, φορτωμένοι με σακούλες από τα ταχυφαγεία, κατευθύνονταν στις οικίες τους. Μερικοί ηλικιωμένοι και ηλικιωμένες κουβαλούσαν με δυσκολία τα καροτσάκια τους, με τα ψώνια από το σουπερμάρκετ. Φοιτητές και φοιτήτριες περπατούσαν γελώντας, καθώς είχαν τελειώσει τα μαθήματα των σχολών τους και κατευθύνονταν προς τα δεκάδες καφέ για το μεσημεριανό ρόφημα τους, που θα συνόδευε μια παρτίδα τάβλι και φιλοσοφικές συζητήσεις σχετικά με την ύπαρξη τους και το επαγγελματικό μέλλον τους, στην ζοφερή ελληνική πραγματικότητα.

Πόσο τους ζήλευε, καθώς είχαν μόνο να αντιμετωπίσουν τα καθημερινά απλά προβλήματα και όχι τον Γολγοθά που αντιμετώπιζαν, όσοι πάλευαν οι ίδιοι τους ή δικοί τους, με ανίατες ασθένειες. Κοίταξε απέναντι το ημερολόγιο τοίχου, από το μοναστήρι του Αγίου Εφραίμ στην Νέα Μάκρη. Σήμερα ήταν είκοσι οχτώ Φεβρουαρίου, μια ημέρα αφιερωμένη στις σπάνιες παθήσεις, όπως αυτή που έπασχε η σύζυγος του. Ήταν πριν από τέσσερα χρόνια, όταν μετά από κάποια παράπονα που του έκανε η Ζωή για ξαφνική ολιγόλεπτη ακαμψία των μυών των χεριών και των ποδιών της, είχαν πάει στο εφημερεύων Νοσοκομείο. Μετά από πάρα πολλές εξετάσεις, ένας νεαρός ειδικευόμενος ξανθός ιατρός τους ανακοίνωσε πως η Ζωή πάσχει από μια σπάνια ασθένεια, την νόσο του Χάντινγκτον. Τους εξήγησε πως η νόσος του Χάντινγκτον, είναι μια γενετική διαταραχή που περιπλέκει των συντονισμό των μυών του ασθενή και φέρνει αναπόφευκτα την γνωστική κατάρρευση και την άνοια. Επίσης τους ενημέρωσε πως καθώς κυλάει ο χρόνος, θα αρχίσουν να εμφανίζονται δυσκολίες στο μάσημα, την κατάποση, τα οποία θα συνοδεύονται από καταθλιπτικά επεισόδια. Από εκείνη την ημέρα, ξεκίνησε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της νόσου του Χάντινγκτον. Καθώς λόγω της σταδιακής απώλειας του μυϊκού ελέγχου, τα ατυχήματα στο σπίτι και στην δουλειά, είχαν αρχίσει να πληθαίνουν. Η Ζωή παραιτήθηκε από την εργασία της, στο σουπερμάρκετ και πλέον περνούσε την πλειονότητα του χρόνου της, μέσα σε τέσσερις τοίχους. Ο Μανώλης έτρεχε σαν τον Βέγγο στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, καθώς προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην εργασία του, στο συνεργείο αυτοκινήτων, στην φροντίδα της γυναίκας του και στην ανατροφή των παιδιών τους.
Η Ιωάννα και ο Πέτρος τα δύο δίδυμα εικοσιπεντάχρονα παιδιά τους, στάθηκαν δίπλα τους. Ήταν ευτύχημα που και οι δύο είχαν τελειώσει τις σπουδές τους και πλέον εργάζονταν κανονικά. Η Ιωάννα είχε τελειώσει το Τμήμα εκπαίδευσης και αγωγής στην προσχολική ηλικία, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζονταν πλέον σε ένα ιδιωτικό νηπιαγωγείο, ενώ ο Πέτρος αποφοίτησε από την το Τμήμα Μαθηματικών του Ε.Λ.Π.Α και δούλευε σε ένα φροντιστήριο.
Οι σκέψεις του διακόπηκαν από το σφύριγμα του βραστήρα. Άδειασε το καυτό νερό στο φλιτζάνι με τα φύλλα του τσαγιού και περίμενε υπομονετικά να περάσουν πέντε λεπτά, όπως ανέγραφαν οι οδηγίες της πρασινωπής συσκευασίας. Στη συνέχεια άδειασε το περιεχόμενο του φλιτζανιού σε ένα πλαστικό ποτήρι, γεμάτο με παγάκια. Τα πλαστικά πιάτα και ποτήρια είχαν πλέον αντικαταστήσει τα πορσελάνινα, αφού αρκετά από τα γυάλινα είχαν γίνει θρύψαλα.
Έχοντας στο χέρι του, το ροζ πλαστικό ποτήρι με ένα καλαμάκι στα χρώματα του ουράνιου τόξου, εισήλθε στο σαλόνι όπου η τηλεόραση έπαιζε ένα από τα πολλά μεσημεριανά ψυχαγωγικά προγράμματα. Απέναντι από την τηλεόραση πλάσμα, στον γκρι καναπέ είχε αποκοιμηθεί η ξανθομαλλούσα σύζυγος του. Εδώ και λίγους μήνες είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη και τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα που της χορηγούσαν της προκαλούσαν έντονη υπνηλία. Δεν την ξύπνησε, τοποθέτησε το ποτήρι στο ξύλινο τραπέζι και κάθισε δίπλα στην γυναίκα του, που είχε αδυνατίσει αρκετά καθώς πλέον δυσκολεύονταν να μασήσει την τροφή της. Κοίταζε τον εφηβικό του έρωτα, που του είχε χαρίσει δύο υπέροχα παιδιά και τα πρώτα δάκρυα της ημέρας άρχισαν να σχηματίζονται στα καστανά κουρασμένα μάτια του.
Αθήνα Κυψέλη, 28 Φεβρουαρίου 2025, 20:00
Η λυγερόκορμη ξανθιά κοπέλα μαζί με τον ψηλό ξανθομάλλη αδερφό της, εισήλθαν στο διαμέρισμα των γονιών τους, προσπαθώντας να μην κάνουν φασαρία καθώς κουβαλούσαν τις διαφανείς σακούλες με την τούρτα και τα κεράσματα που είχαν κουβαλήσει, από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς τους. Χωρίς να κάνουν φασαρία βρέθηκαν στο καθιστικό των γονιών τους. Η Ζωή και ο Μανώλης αγκαλιασμένοι, έβλεπαν μια αμερικάνικη ταινία δράσης στα συνδρομητικά κανάλια. Στο ξύλινο τραπέζι μπροστά τους, υπήρχε μια στρογγυλή πάστα σοκολάτας με ένα μικρό κεράκι στο κέντρο της.
Με μια φωνή τα δίδυμα αδέρφια φώναξαν «έκπληξη». Οι γονείς τους, γύρισαν ξαφνιασμένοι προς το μέρος τους και αμέσως ζεστά χαμόγελα σχηματίστηκαν, στα πρόσωπα τους.
«Αγάπες μου», ψιθύρισε η Ζωή, με τα παιδιά της, να στριμώχνονται στην θερμή αγκαλιά της.
«Χρόνια πολλά μαμά», ευχήθηκε ο χαμογελαστός Πέτρος.
«Πολύχρονη μανούλα», είπε η γελαστή Ιωάννα.
«Δεν δουλεύετε, εσείς σήμερα;» ρώτησε ο Μανώλης, υπερευχαριστημένος που έβλεπε την Ζωή χαρούμενη.
«Πότε στα γενέθλια της μαμάς», απάντησε η Ιωάννα, καθώς έπαιρνε τις σακούλες στην κουζίνα. Η Ιωάννα πρόσεξε το ροζ ποτήρι, με το καλαμάκι που ήταν αφημένο στον νιπτήρα και θυμήθηκε πως ο γιατρός τους είχε πει, πως μετά την δυσκολία μασήματος, θα ακολουθούσε η αδυναμία κατάποσης και η δυσχέρεια στην αναπνοή. Σε αυτό το στάδιο θα χρειάζονταν συνεχή παροχή οξυγόνου μέχρι να έρχονταν το τέλος στον θάλαμο των επειγόντων. Η νεαρή κοπέλα πήρε μια βαθιά ανάσα και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει, για την μητέρα της.
Η τούρτα τοποθετήθηκε στο κέντρο του τραπεζιού, με δύο κεριά με το σύμβολό του αγγλικού ερωτηματικού. Ο Πέτρος άνοιξε και ένα ξεχασμένο μπουκάλι κρασί και το σπιτικό τους γέμισε με χαρωπά τραγούδια και γέλια.
Για μια νύχτα και οι τέσσερις τους, ξέχασαν την επιδείνωση της νόσου του Χάντινγκτον και χάρηκαν την θαλπωρή και την αγάπη της οικογένειας τους.
Γιώργος Παλαιστής 🌹




Comments