top of page

Η γάτα θυμάται...


«Το κακό που κάνεις μένει σ’ εσένα.

Το καλό που κάνεις επιστρέφει σ’ εσένα.»

Βούδας, (563-483 π.Χ.)


Καστοριά, Κάτω Νεστόριο 21 Δεκεμβρίου 2026, 07:10


Το χιόνι είχε σκεπάσει όλη την περιοχή τριγύρω από το χωριό Κάτω Νεστόριο, σε υψόμετρο οκτακοσίων ενενήντα μέτρων, στην πλαγιά του όρους Γράμμου, της ορεινής Καστοριάς.

Το νεαρό δεκατριάχρονο αγόρι περπατούσε κάτω από τις αιωνόβιες οξιές, που τα πυκνά κλαδιά τους, ήταν ολότελα καλυμμένα με ολόλευκο χιόνι.

Τα βήματα του βυθίζονταν μέχρι το γόνατο στο μαλακό χιόνι, καθώς ο λαμπερός ήλιος προσπαθούσε να ζεστάνει την πλάση με τις αποδυναμωμένες ακτίνες του. Ευτυχώς φορούσε ένα χοντρό τζιν, ένα κόκκινο πουπουλένιο μπουφάν, ένα μπλε μάλλινο σκούφο και τα χοντρά καφέ δερμάτινα μποτάκια του.

Ο νεαρός Βελισάριος είχε έρθει για να περάσει λίγες ημέρες με τον παππού και την γιαγιά του, στο χωριό Κάτω Νεστόριο, καθώς οι γονείς του είχαν ακόμα λίγες ημέρες εργασίας, πριν τις γιορτές των χριστουγέννων. Παρότι το χωρίο δεν έσφυζε από ζωή, λόγω του ότι είχαν φύγει πολλοί κάτοικοι αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, του Βελισάριου του άρεσε να το επισκέπτεται, λόγω της αγάπης των παππούδων του, αλλά και της αρχέγονης φύσης που το περικύκλωνε.

Σήμερα είχε ξυπνήσει νωρίς και αφού η χιονοθύελλα που λυσσομανούσε για τέσσερις ημέρες, είχε σταματήσει, αποφάσισε να κάνει μια βόλτα έξω από το χωριό, προς τον ποταμό Αλιάκμονα.

Η γιαγιά του σκυμμένη πάνω από το τζάκι που τριβοβολούσε, του είπε να μην αργήσει καθώς του ετοίμαζε το αγαπημένο του φαγητό, μοσχαράκι στιφάδο στην γάστρα με μπόλικα καραμελωμένα κρεμμύδια.

Ο Βελισάριος υποσχέθηκε, πως θα προσπαθούσε να επιστρέψει νωρίς.

Τώρα καθώς περιπλανιόνταν, ανάμεσα στις θεόρατες μακεδονικές δρύες και τις διάσπαρτες μαύρες πεύκες της αναδάσωσης, είχε ξεχάσει την υπόσχεση του.

Στο χέρι του κρατούσε ένα μακρύ ξύλο βελανιδιάς το οποίο κουνούσε γρήγορα δεξιά και αριστερά, λες και ήταν μια αστραφτερή κοφτερή λεπίδα ιππότη.

Με την φαντασία του κινούνταν σε ένα λευκό λαβύρινθο και αντιμετώπιζε με επιτυχία τα παγωμένα όντα που ξεπηδούσαν μέσα από τις σκιές, χρησιμοποιώντας το λαμπερό πλατύστομο σπαθί του, σαν τις ιστορίες που του εξιστορούσε ο παππούς του, για τον σπουδαίο στρατηγό Βελισάριο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας .

Είχε πλησιάσει τις παγερές όχθες του Αλιάκμονα, με το παγωμένο νερό του, να τρέχει ορμητικά, παρασέρνοντας τα πάντα στο διάβα του.

Μέσα στην ησυχία του λευκού δάσους, του φάνηκε πως άκουσε το απεγνωσμένο κλαψούρισμα μιας γάτας.

Έντρομος είδε μπροστά του, πως μια τρίχρωμη γάτα, ήταν γαντζωμένη σε ένα σπασμένο κλαδί έλατου, το οποίο τα αφρισμένα νερά το μετέφεραν μακριά.

Δεν δίστασε ούτε μια στιγμή.

Έβγαλε το μπουφάν και τα μποτάκια του, με αστραπιαίες κινήσεις και πήδηξε μέσα στον Αλιαάκμονα.

Με το που ήρθε σε επαφή με το παγωμένο νερό, ένιωσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου την καρδιά του να σταματά. Μετά λειτούργησαν οι εκατοντάδες ώρες κολύμβησης, στην θάλασσα του Πλαταμώνα της Πιερίας.

Με δυνατές απλωτές κατευθύνθηκε προς την καλίκο γατούλα.

Παρότι το αιλουροειδές στην αρχή τον γρατζούνισε, στην συνέχεια επειδή ήταν εμφανώς καταβεβλημένη, παραδόθηκε στην φροντίδα του παιδιού.

Την άρπαξε γερά και κρατώντας την με το αριστερό του χέρι, άρχισε να κολυμπάει προς την πλησιέστερη όχθη του ποταμού.

Όλοι οι μυς του, μετέδιδαν κύματα πόνου.

Αγνόησε τον πόνο και συνέχισε να κολυμπάει.

Η απόσταση από την όχθη ήταν λες και μεγάλωνε, καθώς τώρα κινούνταν ενάντια την ροή του νερού. Ήξερε πως έπρεπε να βγει όσο πιο γρήγορα μπορεί από το νερό, καθώς το παγωμένο νερό θα μούδιαζε τους μυς και τις αρθρώσεις του και μετά το ποτάμι θα είχε ακόμα δυο θύματα στον βυθό του.

Κοίταξε την μουσκεμένη γάτα στην αγκαλιά του και συνειδητοποίησε πως το τετράποδο ήταν έγκυος.

Είδε πως τα κίτρινα μάτια της, τον κοιτούσαν με αναπτερωμένη ελπίδα. Πήρε δύναμη από το τετράποδο και άρχισε να κολυμπάει με ανεβασμένο ηθικό.

Μέσα σε ένα λεπτό είχε αναδυθεί από τον Αλιάκμονα ποταμό, σαν τον πυργίσκο ενός υποβρυχίου.

Με την τρίχρωμη γάτα στην αγκαλιά του, τυλίχτηκε με το μπουφάν του, έβγαλε τις βρεγμένες κάλτσες του, φόρεσε τα μποτάκια του όπως όπως και έφυγε τρέχοντας προς το χωριό.


Καστοριά, Κάτω Νεστόριο 21 Δεκεμβρίου 2026, 22:40


Ο Βελισάριος πήγε να ξαπλώσει στο παιδικό κρεβατάκι, που του είχε ετοιμάσει η γιαγιά του.

Ξαφνικά όμως άκουσε τον ήχο δυνατών χτυπημάτων, που έρχονταν από το παράθυρο του δωματίου του. Είδε την καλίκο γάτα να χτυπάει έντονα το παραθύρι του και να νιαουρίζει με παράπονο. Παραξενευμένος την κοιτούσε, καθώς την είχε τακτοποιήσει σκέφτηκε, στην πλίνθινη αποθήκη. Αφού και οι δυο τους είχαν στεγνώσει στην δυνατή φωτιά του τζακιού, της είχε κάνει μια ζεστή φωλίτσα με μάλλινες ερυθρές βελέντζες, της είχε δώσει να φάει ψημένο μοσχαράκι και είχε καθίσει μαζί της, χαϊδεύοντας το τρίχωμα της, μέχρι που αποκοιμήθηκε. Φεύγοντας της είχε αφήσει χλιαρό νεράκι σε ένα πήλινο μπολάκι.

Αποφάσισε να ανοίξει το παράθυρο και να την αφήσει να κοιμηθεί μαζί του.

Αν και η γιαγιά του θα φώναζε, καθώς το κρεβάτι του θα γέμιζε με τρίχες.

Άνοιξε το παράθυρο και η γατούλα αντί να πηδήξει πάνω του, όρμησε με ένα εκκωφαντικό ουρλιαχτό πάνω στο κρεβάτι του.

Το παιδικό πάπλωμα που είχε σαν φόντο λιοντάρια στην Σαβάνα, έπεσε στο πάτωμα μαζί με την γάτα.

Υπήρχε όμως και κάτι ακόμα ανάμεσα στην γάτα και το πουπουλένιο πάπλωμα.

Μια κουλουριαστή μορφή με τριγωνικό κεφάλι, ζιγκ ζαγκ στην ερπετοειδή πλάτη και ένα κερατάκι στην άκρη του ρύγχους.

Από την φασαρία ήρθαν ο παππούς και η γιαγιά του Βείσάριου.

Το παιδί έτρεξε φοβισμένο στην αγκαλιά τους.

Αποσβολωμένοι και οι τρεις τους παρακολουθούσαν την μάχη του αιλουροειδούς με την δηλητηριώδη οχιά.

Μετά από δυο λεπτά η αναμέτρηση έληξε και το κομμένο κεφάλι του φιδιού αποκολλημένο από τον υπόλοιπο κορμό του, που σπαρταρούσε ακόμα, κύλησε προς τους εμβρόντητους ανθρώπους.

Η γάτα καμαρωτή πλησίασε τον Βελισάριο που την αγκάλιασε και άρχισε να την χαϊδεύει με στοργικότητα και ευγνωμοσύνη.

Μετά από δυο ώρες, τα φώτα της πετρόχτιστης μονοκατοικίας έσβησαν και η καλίκο γάτα αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του Βελισάριου.

Μετά από τρία χρόνια στο δάσος, είχε βρει επιτέλους μια οικογένεια που την αγαπούσε, όπως και οι έξι καρδούλες που χτυπούσαν μέσα της.




Γεώργιος Παλαιστής 🌹

Comments


bottom of page